Κατοικία στο κέντρο της Αθήνας: πώς και για ποιούς;

Κείμενο εργασίας [το κείμενο σε pdf]

Φερενίκη Βαταβάλη, Δημήτρης Μπαλαμπανίδης, Δήμητρα Σιατίτσα

Το ζήτημα των πολιτικών για την κατοικία επανήλθε σχετικά πρόσφατα στον δημόσιο διάλογο με αφορμή τις εξαγγελίες από διάφορους φορείς για επαναφορά της κατοικίας στο κέντρο ως απάντηση στην υποβάθμιση και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν κάποιες από τις κεντρικές γειτονιές της Αθήνας. Προτάσεις για ένα «άλλο» κέντρο με «άλλους/νέους» κατοίκους, παραβλέπουν ηθελημένα τους σημερινούς κατοίκους των περιοχών αυτών, τα προβλήματά τους και τις ανάγκες τους, ενώ ταυτόχρονα μοιάζει να αγνοούν τις εκκλήσεις για παρέμβαση της πολιτείας στα ζητήματα της στέγης που εδώ και πολλά χρόνια διατυπώνονται από κοινωνικές, μεταναστευτικές και πολιτικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται σε αυτές τις γειτονιές.

Στο κείμενο αυτό επιχειρούμε να αναδείξουμε όψεις του στεγαστικού προβλήματος, με πρόθεση να προβάλλουμε ιδέες που θα διαμόρφωναν μία διαφορετική προσέγγιση στο ζήτημα της κατοικίας. Ως βασικό πεδίο αναφοράς έχουμε το κέντρο και τις κεντρικές γειτονιές της Αθήνας με όλες τις ιδιαιτερότητές τους, ωστόσο η προβληματική μας αγγίζει τα θέματα κατοικίας συνολικά για την ελληνική κοινωνία. Στόχος μας δεν είναι να καταθέσουμε μία ολοκληρωμένη πρόταση για το στεγαστικό πρόβλημα, αλλά να ψηλαφήσουμε αφενός την τρέχουσα κατάσταση και αφετέρου τις δυνατότητες που υπάρχουν για πρόσβαση όλων σε κατοικία αξιοποιώντας τη διεθνή εμπειρία σε θέματα πρακτικών και πολιτικών για την κατοικία.

Η πρόσβαση στην κατοικία την τελευταία δεκαετία

Μιλώντας για την πρόσβαση στην κατοικία στην Αθήνα, δεν μπορούμε να αποφύγουμε μία εισαγωγική τουλάχιστον αναφορά στο ιστορικά διαμορφωμένο στεγαστικό σύστημα της χώρας και σε δύο βασικούς μηχανισμούς του: την αυθαίρετη δόμηση και την αντιπαροχή. Ως προς την αυθαίρετη δόμηση, τη σχετική ανοχή και τις διαρκείς νομιμοποιήσεις, είναι γνωστό ότι λειτούργησαν αντισταθμιστικά στη διαχρονική έλλειψη μιας προνοιακής στεγαστικής πολιτικής. Όσο για την αντιπαροχή, είναι γνωστό ότι μεταμόρφωσε ριζικά το οικιστικό περιβάλλον με πολλαπλές (και όχι μονοσήμαντες) συνέπειες για την πόλη και τους κατοίκους της. Παρά τη συσσώρευση πολεοδομικών προβλημάτων που συνδέονται με την αντιπαροχή, αυτή λειτούργησε αφομοιωτικά για τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα καθώς επίσης «έσμιξε» διαφορετικά κοινωνικά στρώματα όχι μόνο στις ίδιες γειτονιές αλλά και στις ίδιες πολυκατοικίες, στη βάση μιας ταξικής διαστρωμάτωσης από το υπόγειο προς το ρετιρέ και από την όψη προς τον ακάλυπτο. Σχετικές έρευνες για το κέντρο της Αθήνας περιγράφουν έναν αστικό ιστό χωρίς ακραίες χωροκοινωνικές αντιθέσεις, όχι βέβαια γενικά αλλά συγκριτικά με άλλες πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής.

Από τη δεκαετία του ’80 και μετά, πολλοί κάτοικοι του κέντρου «δραπετεύουν» σε πιο πράσινες και «καλές» γειτονιές της πόλης, ενώ ιστορικές περιοχές κατοικίας υφίστανται την «επέλαση» νέων χρήσεων αναψυχής (Πλάκα, Γκάζι, Μεταξουργείο, Κεραμεικός). Ωστόσο, η έξοδος προς τα προάστια δεν παίρνει τις διαστάσεις που πήρε σε άλλες χώρες, διότι παράλληλα πολλοί παρέμειναν στο κέντρο (π.χ. στα θαυμάσια ρετιρέ) και πολλοί από αυτούς που έφυγαν διατήρησαν μέχρι σήμερα την ακίνητη περιουσία τους. Σε κάθε περίπτωση, όμως, σημαντικό κομμάτι του κτηριακού αποθέματος του κέντρου εγκαταλείφθηκε και, ως εκ τούτου, παραμελήθηκε και ερείπωσε.

Μετά το 1990, όμως, τα εγκαταλελειμμένα διαμερίσματα του κέντρου νοικιάζονται σταδιακά στους άρτι αφιχθέντες μετανάστες και η περίφημη πολυκατοικία της αντιπαροχής μοιάζει να παίζει για άλλη μια φορά τον ίδιο αφομοιωτικό ρόλο. Αν και οι πρώτες σχετικές έρευνες έκαναν λόγο για χωροκοινωνικό διαχωρισμό μεταξύ «ντόπιων» και μεταναστών, μεταγενέστερες εργασίες υπογράμμισαν την υψηλή ανάμειξή τους, τουλάχιστον συγκριτικά με άλλες πόλεις στο εξωτερικό. Στις σχετικές χαρτογραφήσεις της μεταναστευτικής εγκατάστασης, παρατηρεί κανείς πυκνώσεις σε περιοχές όπως η Κυψέλη, τα Πατήσια, ο Σταθμός Λαρίσης και τα Σεπόλια παράλληλα με μια διάχυση σε πλήθος άλλων περιοχών, όπως η Νεάπολη, οι Αμπελόκηποι, το Παγκράτι, το Κουκάκι, τα Πετράλωνα ή ακόμη τα Ιλίσια και το Κολωνάκι. Και μάλιστα, φαίνεται ότι «ντόπιοι» και μετανάστες συγκατοικούν όχι μόνο στις ίδιες γειτονιές αλλά και στις ίδιες πολυκατοικίες, στη βάση πάντα της γνωστής και διαχρονικής κατακόρυφης ταξικής διαστρωμάτωσης.

Δύο σημεία-κλειδί:

1. Η εγκατάσταση των μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας, είτε σε ενοικιαζόμενα είτε σε ιδιόκτητα διαμερίσματα, φαίνεται να έχει συμβάλει πολλαπλώς στην αναβάθμιση κτηρίων και περιοχών. Καταρχάς, μέσα από τη φροντίδα των παλαιωμένων και ερειπωμένων διαμερισμάτων, χάρη σε ίδια οικονομικά μέσα και προσωπική εργασία. Έπειτα, μέσα από την (επανα)κατοίκηση γειτονιών που εγκαταλείφθηκαν από μεγάλο κομμάτι των προηγούμενων κατοίκων τους και απέκτησαν ξανά ζωντάνια. Η ζωντάνια αυτή αυξάνεται αν συνυπολογίσει κανείς και την επιχειρηματική δραστηριότητα που πολλοί από τους μετανάστες αναπτύσσουν στην περιοχή κατοικίας τους, σε ισόγεια καταστήματα ρουχισμού, γρήγορης εστίασης, λιανικού εμπορίου κ.ά., που είχαν εκλείψει από πολλές γειτονιές. Και τέλος, μέσα από την ενεργοποίηση και αναθέρμανση της κτηματαγοράς και της αγοράς κατοικίας, διαδικασίας που εμπλέκει παράλληλα έναν ολόκληρο χρηματοπιστωτικό μηχανισμό, επαγγέλματα γύρω από τον τομέα της κατασκευής, της μεσιτείας, της νομικής ρύθμισης κ.ά.

2. Τόσο για τον «ντόπιο» πληθυσμό όσο και για τους μετανάστες (αν και σε διαφορετικό βαθμό), η πρόσβαση στην κατοικία βασίστηκε όχι μόνο στην ενοικίαση ακινήτων αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό και στην αγορά. Είναι γνωστό ότι η Ελλάδα είναι μία χώρα με ιδιαίτερα αυξημένο ποσοστό ιδιοκατοίκησης σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρώπης. Είναι επίσης γνωστό ότι η πρόσβαση στην ιδιόκτητη κατοικία βασίστηκε με τα χρόνια όλο και περισσότερο στον τραπεζικό δανεισμό, ιδιαίτερα μετά την απελευθέρωση του πιστωτικού συστήματος το 1996 και με κορύφωση την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων. «Ντόπιοι» και μετανάστες δανείστηκαν από τις τράπεζες προκειμένου για την ασφάλεια μιας ιδιόκτητης στέγης και προκειμένου για την επένδυση σε ένα ακίνητο το οποίο μπορεί μελλοντικά να μεταπωληθεί και ενδεχομένως ακριβότερα.

Η «κρίση» της κατοικίας

Μέχρι εδώ φαίνεται να διαθέτουμε ορισμένες αξιόλογες ενδείξεις κοινωνικής αφομοίωσης, ασφάλειας και συνοχής μέσα από την πρόσβαση στην κατοικία και μάλιστα, σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό, στην ιδιόκτητη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε σημειώνονται κρίσιμες διαφοροποιήσεις στην ποιότητα στέγασης του πληθυσμού. Πώς αλλάζουν, όμως, οι ενδείξεις αυτές εν μέσω μίας παγκόσμιας και πολυσήμαντης κρίσης και προς ποιά κατεύθυνση; Η εξάρτηση της ιδιόκτητης κατοικίας, για παράδειγμα, από τον χρηματοπιστωτικό τομέα δημιουργεί μεγάλες ανησυχίες σχετικά με την εκπλήρωση των αυξημένων προσδοκιών της προηγούμενης περιόδου. Βεβαίως, ανησυχητικές ενδείξεις υπήρχαν και το προηγούμενο διάστημα, όπως στοιχεία για αστέγους, για υπερπληθυσμό, για κακές συνθήκες στέγασης «ντόπιων» και μεταναστών, για αυξήσεις ενοικίων και αξιών ακινήτων κ.ά. Τα νέα, όμως, χαρακτηριστικά της στεγαστικής κρίσης σχετίζονται με τη διεύρυνση των ομάδων που πλήττονται από στεγαστική επισφάλεια.

Μερικά στοιχεία:

Σχετικά με τις ενοικιαζόμενες κατοικίες, στοιχεία από τις εφορίες που δημοσιεύονται στον ημερήσιο Τύπο δείχνουν πως στις πρώτες 40 ημέρες του 2011 έχουν κινηθεί οι διαδικασίες για περισσότερες από 4.000 εξώσεις, ενώ στη διάρκεια ολόκληρου του 2010 πραγματοποιήθηκαν περίπου 8.500(1). Σύμφωνα με εκτιμήσεις μεσιτικών γραφείων και της Ομοσπονδίας Ιδιοκτητών Ακινήτων, οι αγωγές φαίνεται να αφορούν το 50% των ενοικιαστών και οι οφειλές να αγγίζουν τα 3.500 ευρώ(2). Όσο για τις ιδιόκτητες κατοικίες, γίνεται λόγος για κατάσχεση υποθηκευμένων κατοικιών και, έπειτα, για συγχωνεύσεις συγγενικών νοικοκυριών. Τα στοιχεία αυτά δεν αφορούν αποκλειστικά τα πολύ χαμηλά εισοδηματικά στρώματα, τους χρόνια ανέργους, τους άστεγους τοξικοεξαρτημένους και μέρος των μεταναστών και των προσφύγων που «στοιβάζονται» σε παλιά διαμερίσματα, αλλά αγγίζουν πλέον ακόμη και τα μεσοαστικά νοικοκυριά, «ντόπιων» και μεταναστών.

Αν και δεν μπορούμε να διασταυρώσουμε την ακρίβεια των παραπάνω στοιχείων, είναι προφανές ότι τα πρόσφατα μέτρα λιτότητας προκαλούν μείωση των εισοδημάτων και κατ’ επέκταση μεγάλες δυσκολίες στην καταβολή των ενοικίων και, ακόμη χειρότερα, στην αποπληρωμή των στεγαστικών δανείων. Στα παραπάνω προστίθενται οι νέες πολιτικές των τραπεζών (αυστηρότερες προϋποθέσεις για παροχή στεγαστικών και άλλων δανείων, αύξηση του βασικού επιτοκίου κατά 0.25% κ.ά.) και τα επικείμενα φορολογικά μέτρα για την κατοικία (άρση του αφορολόγητου του επιτοκίου δανεισμού για πρώτη κατοικία). Η γενική φτώχυνση του πληθυσμού, όχι μόνο των μεταναστών αλλά και των «ντόπιων», όχι μόνο των χαμηλών αλλά και των μεσαίων εισοδηματικών στρωμάτων, δημιουργεί ιδιαίτερες ανησυχίες για τη δυνατότητά τους να εξασφαλίζουν ικανοποιητικές συνθήκες κατοικίας.

Οι προτάσεις της πολιτείας για την κατοικία στο κέντρο της Αθήνας

Το τελευταίο διάστημα τα θέματα της κατοικίας έχουν ενταχθεί, άμεσα ή έμμεσα, σε μία σειρά από προωθούμενες πολιτικές για το κέντρο της Αθήνας. Είναι όμως σαφές ότι οι προσεγγίσεις για τα θέματα της κατοικίας δεν αποτελούν μέρος μίας ολοκληρωμένης στεγαστικής πολιτικής, αλλά συνδέονται με προωθούμενες πολεοδομικές παρεμβάσεις και προγράμματα αναπλάσεων. Φαίνεται επίσης ότι απευθύνονται σε δύο διακριτές κοινωνικές ομάδες, συντηρώντας και ενδεχομένως ενισχύοντας φαινόμενα κοινωνικής πόλωσης που εμφανίζονται στην πόλη: τις «επιθυμητές ομάδες» από τη μία και τις «ευπαθείς ομάδες» από την άλλη.

Ο στόχος της διατήρησης και ενίσχυσης της κατοικίας στο κέντρο της Αθήνας, στον οποίο συγκλίνουν οι θέσεις των δημόσιων φορέων αναφέρεται στις «επιθυμητές ομάδες», δηλαδή νέα ζευγάρια, φοιτητές και γενικά μεσαία και ανώτερα στρώματα. Έχει μάλιστα ανακοινωθεί από το ΥΠΕΚΑ μέσω του προγράμματος «Αθήνα-Αττική 2014», από παράγοντες του ΟΡΣΑ, αλλά και από την πρόσφατη διυπουργική σύσκεψη (Υπ. Εσωτερικών, ΥΠΕΚΑ, Υπ. ΠροΠο, Υπ. Εργασίας, Υπ. Υγείας) ότι πρόκειται να εξαγγελθούν κίνητρα ενίσχυσης της κατοικίας, όπως επιδότηση επιτοκίου για τη λήψη στεγαστικών δανείων για πρώτη κατοικία, φορολογικές ελαφρύνσεις στην περίπτωση λήψης στεγαστικού δανείου ή δανείου για την ανακαίνιση κτηρίου, επιδότηση ενοικίου και χαμηλότοκα και μακροπρόθεσμα δάνεια για επισκευή διατηρητέων κτηρίων που προορίζονται για κατοικία. Συμπληρωματικά, διατυπώνονται από την πλευρά τόσο του Υπουργείου ΠροΠο όσο και των δημοτικών αρχών της Αθήνας ιδέες για τη διαχείριση των κενών κτηρίων (π.χ. με φοιτητικές εστίες σε μεγάλα κενά κτήρια, δημιουργία Ταμείου Αστικής Ανάπτυξης μέσα από συμφωνίες με ιδιοκτήτες και τράπεζες), ενώ το ΥΠΕΚΑ εκφράζει την πρόθεση να προωθήσει προγράμματα κατοικίας χαμηλής ενέργειας στο πλαίσιο του γενικότερου προσανατολισμού στην «πράσινη ανάπτυξη». Πρακτικά, οι προθέσεις της πολιτείας φαίνεται να συντονίζονται με τις πιέσεις της κτηματαγοράς και του κατασκευαστικού κεφαλαίου για τη δημιουργία νέων επενδυτικών ευκαιριών στο κέντρο της πόλης, ενώ ο ρόλος του κράτους περιορίζεται στην εξασφάλιση ενός ελκυστικού περιβάλλοντος με σημειακές αναπλάσεις και κυρίως με την οργανωμένη απομάκρυνση όσων «χαλούν» την ωραία εικόνα της πόλης.

Παράλληλα, διατυπώνονται προτάσεις για τους υπόλοιπους κατοίκους, τις επονομαζόμενες «ευπαθείς ομάδες» ή αλλιώς «ευαίσθητες ομάδες» που ζουν στο κέντρο της Αθήνας, δηλαδή πρόσφυγες, μετανάστες, άνεργοι κτλ. Το Υπουργείο ΠροΠο προτείνει την ενίσχυση των κοινωνικών παροχών και της στεγαστικής μέριμνας για τους άστεγους, το ΥΠΕΚΑ προβάλλει την ανάγκη ανάπτυξης μίας «άλλης» κοινωνικής κατοικίας που θα απευθύνεται σε ειδικές κατηγορίες, αλλά και τη διερεύνηση λύσεων για την κατασκευή κατοικίας χαμηλού κόστους, ενώ ο Δήμος Αθηναίων φαίνεται να διερευνά λύσεις για την παροχή στέγης σε αστέγους.

Και ενώ οι εξαγγελίες ή οι κατευθύνσεις που έχουν διατυπωθεί από τους δημόσιους φορείς δεν έχουν λάβει ακόμα τη μορφή συγκεκριμένων πολιτικών, οι στεγαστικές παροχές του κράτους συρρικνώνονται σε βάρος των οικονομικά ασθενέστερων, π.χ. με κατάργηση των φοροαπαλλαγών για την πρώτη κατοικία, συμπίεση των παροχών του ΟΕΚ, επιβολή φόρων για την ακίνητη περιουσία, αύξηση του κόστους των κοινωφελών παροχών και λειτουργικών εξόδων της κατοικίας (ηλεκτρικό ρεύμα, πετρέλαιο θέρμανσης), επιτείνοντας ακόμα περισσότερο τα φαινόμενα της «κρίσης» στην κατοικία.

Η ανάγκη για μία νέα στεγαστική πολιτική

Είναι γνωστό ότι το ελληνικό κράτος δεν ανέπτυξε ποτέ μία συγκροτημένη πολιτική κοινωνικής κατοικίας. Αντ΄ αυτού, σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της αγοράς κατοικίας παίζουν οι πολιτικές γης και πολεοδόμησης, με έμφαση στην προώθηση της ιδιοκατοίκησης και την στήριξη του κτηματομεσιτικού και κατασκευαστικού κλάδου ως βασικών μοχλών της οικονομίας. Ο σημαντικότερος φορέας άσκησης στεγαστικής πολιτικής είναι ο ΟΕΚ, που απευθύνεται σε πολύ περιορισμένο τμήμα του πληθυσμού (τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα) με πολύ μικρή συμμετοχή στον τομέα της κατοικίας, ενώ οι πολιτικές κατοικίας που απευθύνονται σε ειδικές μειονεκτικές ομάδες πληθυσμού (άστεγοι, ρομά, πρόσφυγες, μετανάστες…) είναι ελάχιστες και πολύ περιορισμένης εμβέλειας.

Θεωρούμε ότι στη σημερινή εκρηκτική συγκυρία, όπου η αγορά αδυνατεί να ανταποκριθεί στις στεγαστικές ανάγκες, απαιτείται η χάραξη μίας συστηματικής κρατικής στεγαστικής πολιτικής. Σε αυτό το πλαίσιο, προσπαθούμε να δούμε ποιες κρατικές πολιτικές θα μπορούσαν να απαντήσουν ολοκληρωμένα στην κλιμακούμενη στεγαστική κρίση και παράλληλα να συμβάλουν στην αναζωογόνηση του κέντρου της Αθήνας.

Σε μια συγκυρία όπου το ελληνικό κράτος απεκδύεται πλήρως του κοινωνικού του ρόλου, κάποιοι θα ισχυρίζονταν ότι είναι ανεδαφικό να ζητάμε την ανάπτυξη μιας τέτοιου τύπου στεγαστικής πολιτικής κοινωνικής κατοικίας. Παρόλα αυτά, απέναντι στις πολιτικές που οραματίζονται ένα «άλλο» κέντρο για «άλλους» κατοίκους και που γεννούν κερδοσκοπικές προσδοκίες σε βάρος όσων τις τελευταίες δύο δεκαετίες προσέδωσαν ζωντάνια στο απαξιωμένο κτηριακό απόθεμα του κέντρου, θέλουμε να αναδείξουμε τη δυνατότητα για μια κρατική στεγαστική πολιτική χαμηλού κόστους που θα έχει ως κεντρικό άξονα τις ανάγκες και τις δυνατότητες των σημερινών κατοίκων (μόνιμων ή προσωρινών) διαμορφώνοντας συνθήκες ισότιμης και δίκαιης συμβίωσης στην πόλη.

Προς το καθολικό δικαίωμα στην κατοικία

Κρίσιμο σημείο στην προώθηση μία νέας στεγαστικής πολιτικής είναι αυτή να καλύπτει το σύνολο του πληθυσμού που ζει στη χώρα. Σύμφωνα με το ελληνικό Σύνταγμα «η απόκτηση κατοικίας από αυτούς που τη στερούνται ή που στεγάζονται ανεπαρκώς αποτελεί αντικείμενο ειδικής φροντίδας του Κράτους» (Σύνταγμα 1975, Αρ.21, Παρ.4). Επιπλέον, δεσμεύσεις του  κράτους σε σχέση με το δικαίωμα σε «επαρκή κατοικία», δηλαδή σε κατοικία που πέρα από τη στέγαση ανταποκρίνεται σε κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτισμικούς παράγοντες, απορρέουν και από τις διεθνείς συμβάσεις που έχει υπογράψει η χώρα(3). Σήμερα, σε μία συγκυρία εκτεταμένης στεγαστικής επισφάλειας, η εφαρμογή του συνταγματικά κατοχυρωμένου καθολικού δικαιώματος σε επαρκή κατοικία δεν μπορεί παρά να αναδεικνύεται σε κεντρικό κοινωνικό αίτημα και σε αυτό το πλαίσιο είναι αναγκαίο να επαναπροσδιοριστούν τα κριτήρια για τις ομάδες που δικαιούνται πρόσβαση στις στεγαστικές παροχές.

Τα τελευταία χρόνια και μετά από έντονες πιέσεις από σχετικά κοινωνικά κινήματα, η υλοποίηση του καθολικού δικαιώματος  στην επαρκή κατοικία  έχει βρεθεί στο επίκεντρο προωθούμενων πολιτικών στη Βραζιλία, τη Σκωτία, τη Γαλλία, τον Καναδά, την Ανδαλουσία κ.α. (4).Η εργασιακή και κοινωνική επισφάλεια της εποχής επιβάλλει την άσκηση στεγαστικής πολιτικής χωρίς αποκλεισμούς ή αναφορά σε συγκεκριμένες ομάδες, αλλά με τη δυνατότητα παροχών προς το σύνολο του πληθυσμού, καθώς όλοι είναι εν δυνάμει στεγαστικά ευάλωτοι.

Σκέψεις για μία νέα στεγαστική πολιτική

Με δεδομένη την ανάγκη για μία νέα στεγαστική πολιτική, παρακάτω αναφέρουμε ενδεικτικά κάποιες ιδέες που θεωρούμε ότι είναι σχετικά άμεσα υλοποιήσιμες και ανταποκρίνονται στις ιδιαιτερότητες της Αθήνας καθώς και της σημερινής συγκυρίας. Επισημαίνεται ωστόσο ότι πρώτον δεν αποτελούν άμεσα εφαρμόσιμες επεξεργασμένες προτάσεις, αλλά ιδέες που πηγάζουν από πρακτικές που υιοθετήθηκαν σε άλλες πόλεις και που τις περισσότερες φορές προέκυψαν μέσα από την ανάπτυξη ισχυρών κοινωνικών κινημάτων για την κατοικία, και δεύτερον ότι η στεγαστική πολιτική που προτείνουμε αποτελεί μέρος μιας πιο σύνθετης και ολοκληρωμένης παρέμβασης στο επίπεδο της γειτονιάς αλλά και σε ευρύτερες κλίμακες.

Πολιτικές παρέμβασης στην αγορά ενοικίου και προώθησης «κοινωνικού ενοικίου»

Είναι πλέον κατανοητό από όλους όσους ασχολούνται με τα ζητήματα του στεγαστικού τομέα, ιδιαίτερα σε περιβάλλοντα σαν της Ελλάδας όπου κυριαρχεί η μικρή ιδιοκτησία, ότι για την επίλυση των ζητημάτων πρόσβασης στη στέγη των χαμηλών αλλά και μεσαίων εισοδημάτων, είναι απαραίτητη η παρέμβαση στον ενοικιαζόμενο τομέα. Αυτή είναι μια συζήτηση αρκετά φορτισμένη λόγω της παλαιότερης εμπειρίας του ενοικιοστασίου, που σε αρκετές περιπτώσεις ενοχοποιήθηκε (δικαίως ίσως) για στασιμότητα της αγοράς και δημιουργία παράπλευρων προβλημάτων. Παρόλα αυτά, το αίτημα για παρέμβαση στον ενοικιαζόμενο τομέα τίθεται σήμερα επιτακτικά λόγω της γενίκευσης της φτώχειας, της κυριαρχίας νέων μορφών ευέλικτης και επισφαλούς εργασίας και των αναγκών προσωρινής στέγασης μεγάλου αριθμού μεταναστών. Το αίτημα αυτό συνδέεται και με τη συρρίκνωση του ενοικιαζόμενου τομέα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο λόγω των προωθούμενων πολιτικών υπέρ της ιδιοκατοίκησης. Επιπλέον, το αδιάθετο οικιστικό απόθεμα που για διάφορους λόγους (εγκατάλειψη και παλαίωση, κερδοσκοπία, μεγάλο κόστος ανακαίνισης) παραμένει αναξιοποίητο σε πολλά κέντρα ευρωπαϊκών πόλεων, δημιουργεί μεγάλες πιέσεις στις τιμές των ενοικίων στα κέντρα των πόλεων αλλά ταυτόχρονα αποτελεί μια σημαντική προοπτική για την επίλυση των στεγαστικών προβλημάτων που διαμορφώνονται για πολλές κοινωνικές ομάδες.

Η εμπειρία από προγράμματα συντονισμού της προσφοράς και της ζήτησης κατοικίας από την Ιταλία, την Ισπανία και τη Γερμανία, αναδεικνύουν μία σειρά από δυνατότητες για τη ρύθμιση της αγοράς ενοικίων με κοινωνικά κριτήρια. Το δημόσιο συνάπτει συμβόλαια παραχώρησης με μικρούς ιδιοκτήτες ακινήτων ή δίνει κίνητρα για τη διάθεση στην αγορά ενοικίων κλειστών ή/και κακοσυντηρημένων διαμερισμάτων/καταστημάτων, π.χ. με επιδοτήσεις του βασικού κόστους επισκευής. Οι παρεμβάσεις αυτές αποβλέπουν στην παροχή στέγης στους δικαιούχους κοινωνικής κατοικίας σε χαμηλές τιμές, σε ένα πλαίσιο προώθησης «κοινωνικού ενοικίου», ή και δωρεάν με την υποχρέωση επισκευής του ακινήτου.

Οι πολιτικές ελέγχου των ενοικίων μπορούν να λειτουργήσουν παράλληλα με τη θεσμοθέτηση αντικινήτρων (π.χ. υψηλή φορολόγηση) για την κατοχή κενών κατοικιών για μεγάλο χρονικό διάστημα με σκοπό τον περιορισμό κερδοσκοπικών φαινομένων.

«Αξιοποίηση» της περιουσίας του δημοσίου καθώς και ιδιωτικών ακινήτων

Συγκεκριμένα, ο Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων προβλέπει τη δωρεάν παραχώρηση χρήσης οικημάτων ή οικοπέδων της αυτοδιοίκησης για σοβαρούς κοινωνικούς λόγους, π.χ. απορία. Κάτι αντίστοιχο μπορεί να γίνει και σε μεγάλες ή μικρότερες ιδιοκτησίες φορέων του δημοσίου. Έτσι, πολλά εγκαταλελειμμένα κτήρια του κέντρου, όπως το παλιό Πρωτοδικείο Αθηνών, το κτήριο του ΙΚΑ στην Πειραιώς, τα προσφυγικά της Αλεξάνδρας, ακίνητα ασφαλιστικών ταμείων κ.ά. θα μπορούσαν να μετατραπούν σε ξενώνες φιλοξενίας αστέγων ή σε άλλου τύπου κέντρα φροντίδας.

Αντίστοιχα, μεγάλα ιδιωτικά ακίνητα χωρίς χρήση, όπως ιδιοκτησίες τραπεζών και ιδρυμάτων, μπορούν να «αξιοποιηθούν» για κοινωνικούς σκοπούς (κοινωνική κατοικία, φοιτητικές εστίες,  κέντρα προσωρινής φιλοξενίας αστέγων, στέγαση αιτούντων άσυλο), σε προγράμματα συνέργιας του ιδιωτικού και δημοσίου τομέα.

Απαγόρευση εξώσεων και κατασχέσεων σε περιπτώσεις πρώτης κατοικίας

Το κύμα εξώσεων και κατασχέσεων τείνει να αποτελέσει κεντρικό στοιχείο της στεγαστικής κρίσης. Στο πλαίσιο της προστασίας του δικαιώματος στην κατοικία είναι αναγκαίο να απαγορευτούν οι εξώσεις νοικοκυριών που δεν μπορούν να πληρώσουν το μηνιαίο μίσθωμα, κάτι που για παράδειγμα διεκδικούν και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πέτυχαν μετά από αγώνες οι κάτοικοι σε περιοχές της Γαλλίας.

Ταυτόχρονα, είναι αναγκαίο να επανεξεταστεί άμεσα το νομικό πλαίσιο για τις κατασχέσεις για οφειλές, με στόχο την προστασία των οφειλετών που απειλούνται με απώλεια της πρώτης και μοναδικής κατοικίας τους.

Κινήματα, καταλήψεις στέγης και συμμετοχή των κατοίκων στην παραγωγή κατοικίας

Με το σύνθημα «καμία κενή κατοικία, όσο υπάρχουν άνθρωποι χωρίς κατοικία», κινήματα σε πολλές πόλεις του κόσμου διεκδικούν την ιεράρχηση του δικαιώματος στη στέγη πάνω από την κατοχύρωση της ατομικής ιδιοκτησία και τη συσσώρευση κέρδους.

Αφήσαμε για το τέλος την αναφορά σε μια διαφορετική «αξιοποίηση» του αδιάθετου κτηριακού αποθέματος, αυτή των καταλήψεων στέγης και των κινηματικών πρακτικών για άμεση διεκδίκηση του δικαιώματος στη στέγη. Οι καταλήψεις στέγης προφανώς δεν μπορούν να αποτελέσουν μέρος πολιτικών που σχεδιάζονται από τα πάνω. Υπάρχουν περιπτώσεις, όμως, που η κοινωνία επέβαλε την αναγνώριση και νομιμοποίηση αυτών των πρακτικών μέσω θεσμικών ρυθμίσεων, όπως  παλαιότερα στη Βρετανία ή πιο πρόσφατα στην Ολλανδία. Αυτές οι νομοθετικές ρυθμίσεις αναγνωρίζουν ότι το δικαίωμα στη στέγη είναι πάνω από την προστασία της ιδιοκτησίας και παρέχουν το πλαίσιο για τη διαμεσολάβηση μεταξύ του ιδιοκτήτη (ιδιώτη ή δημοσίου φορέα) και των καταληψιών, με μέτρα ενάντια στις εξώσεις.

Σχετικό παράδειγμα είναι ο νόμος της αυτο-ανάκτησης κενών κτηρίων (auto-recupero) του 1996 στη Ρώμη, όπου κατειλημμένα κτήρια του δημοσίου, που παρέμεναν σε αχρηστία, παραχωρούνται σε συνεταιρισμούς των καταληψιών οι οποίοι με ίδια εργασία και προσωπικά μικροέξοδα τα ανασκευάζουν.

Κάτι για κλείσιμο… 

Προφανώς, οι παραπάνω προτάσεις δεν αποτελούν κάποιο ολοκληρωμένο πρόγραμμα στεγαστικής πολιτικής και, ως εκ τούτου, δημιουργούν ερωτηματικά και αφήνουν περιθώρια για κριτική και συμπληρώσεις. Διότι έχουν, κυρίως, στόχο να προκαλέσουν τον σχετικό προβληματισμό και μία συζήτηση σε άλλη βάση από αυτήν που θέτει ο κυρίαρχος λόγος. Όπως αναφέραμε και στην αρχή, καταγράφονται ως εναύσματα για μια διαφορετική προσέγγιση του στεγαστικού ζητήματος,  με στόχο τη διατύπωση ενός διαφορετικού αιτήματος για την κατοικία στο κέντρο της Αθήνας, αλλά παράλληλα και για μια συνολική στεγαστική πολιτική που θα εξασφαλίζει στέγη για όλους πέρα από κερδοσκοπικές πρακτικές και αποκλεισμούς.

Αναγνωρίζουμε, βέβαια, ότι το πέρασμα από τις ιδέες στην πράξη προϋποθέτει όχι μόνο τη θεωρητική αναζήτηση αλλά και πρακτικές αντίστασης και διεκδίκησης από όλες εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που θίγονται και οραματίζονται μία άλλη πόλη στη βάση των δικών τους αναγκών και των δικών τους επιθυμιών.

——-

(1) «Βροχή οι αιτήσεις για εξώσεις», στην εφημερίδα Έθνος, 26.02.2011

(2) ό.π. και «Οι μισοί ενοικιαστές δυσκολεύονται να πληρώσουν», στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 31.01.2011

(3) The right to adequate housing (Art.11 (1)): 13/12/1991. CESCR General comment 4. (General Comments)

(4) Νόμος «Καθεστώς της πόλης» της Βραζιλίας του 2001, η κατοχύρωση του καθολικού δικαιώματος στην κατοικία στη Σκωτία το 2003, ο Νόμος για το Δικαίωμα στη Στέγη στη Γαλλία του 2008, ο Νόμος για την επαρκή, προσβάσιμη και προσιτή κατοικία στον Καναδά του 2009, ο Νόμος για το Δικαίωμα στην κατοικία στην Ανδαλουσία το 2010



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s