Σχεδιασμοί για το κέντρο της Αθήνας στη συγκυρία της κρίσης

Μία πρώτη κριτική προσέγγιση των προτάσεων, μεθοδεύσεων και πρακτικών παρέμβασης

Μαίρη Ζήφου, Μαρία Καλαντζοπούλου, Πασχάλης Σαμαρίνης, Ευαγγελία Χατζηκωνσταντίνου


Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για το σχεδιασμό σε μία περίοδο έντονων μεταβολών και ρήξεων, σε μία περίοδο κρίσιμης ταλάντευσης των προϋφιστάμενων κοινωνικών και οικονομικών ισορροπιών. Ακόμα, είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για το σχεδιασμό σε μία πόλη όπου οι παρεκκλίσεις και οι διαδικασίες έμπρακτης ακύρωσης των σχεδιασμών αποτελούν στοιχείο της ιστορίας της. Τέλος, είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για σχεδιασμό, εν μέσω μίας συγκλονιστικής κρίσης, η οποία συναρτά τα πρωτόγνωρα σε ένταση κοινωνικά φαινόμενα με τις συνθήκες της ζωής στην πόλη. Σε ότι αφορά στην Αθήνα, πρέπει να επισημάνουμε πως αυτό που περιγράφεται ως κρίση του κέντρου δεν αποτελεί κάτι νέο. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, παρατηρούνται τάσεις οικονομικής και κοινωνικής απαξίωσης κεντρικών περιοχών, οι οποίες ενισχύθηκαν από ευρύτερες παραγωγικές αναδιαρθρώσεις και από τη φυγή κατοίκων και δραστηριοτήτων προς τα προάστια. Στα πλαίσια της παρούσας οικονομικής κρίσης, οι τάσεις που προϋπήρχαν εντείνονται και οι επιπτώσεις τους αποκτούν τραγικά χαρακτηριστικά: ραγδαία αύξηση αστέγων και ευάλωτων κοινωνικά ομάδων που δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές τους ανάγκες, κοινωνικός αποκλεισμός, νέα φτώχεια, ανεργία, ανασφάλεια και ρατσιστική βία, επικάθονται ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από την απαξίωση του κτιριακού αποθέματος, την ανεπάρκεια των κοινωνικών υποδομών και την κακή ποιότητα του δημόσιου χώρου. Η παρουσίαση μας, διερευνά πως το ελληνικό σύστημα σχεδιασμού ανταποκρίνεται στα δεδομένα της συγκυρίας και αναζητά το ρόλο που αποκτά στη διαμόρφωση της νέας κατάστασης. Η παρουσίαση μας, αναζητά το ρόλο του σχεδιασμού στη διαμόρφωση της νέας κατάστασης μέσα από μία πρώτη κριτική ανάλυση των προτάσεων και των πρακτικών παρέμβασης στο κέντρο της Αθήνας.

Στην Ελλάδα, για μία σειρά από λόγους, δεν έχουν διαμορφωθεί αποτελεσματικές διαδικασίες ρύθμισης του χώρου και εφαρμογής του σχεδιασμού. Σταδιακά, διαμορφώθηκε μία ευρεία κοινωνική συναίνεση γύρω από την παραγωγή του χώρου και την έλλειψη ή / και την ευκαιριακή εφαρμογή του σχεδιασμού. Το μεταπολεμικό πρότυπο αστικής ανάπτυξης, βασισμένο στη μικρή ιδιοκτησία και την κατασκευή, οδήγησε σταδιακά στην υποβάθμιση του αστικού περιβάλλοντος και στη συσσώρευση προβλημάτων με άμεσο αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής κατοίκων του κέντρου. Στα μέσα της δεκαετίας του ΄80, επιχειρείται η πρώτη μεταρρύθμιση στις διαδικασίες παραγωγής και ρύθμισης του χώρου, η οποία συνδέθηκε με την «επούλωση» των πληγών από την ανεξέλεγκτη μεταπολεμική ανάπτυξη και επικεντρώθηκε κυρίως στον εξορθολογισμό της λειτουργίας της πόλης, στην κάλυψη των αναγκών σε κοινωνικές υποδομές και στην περιβαλλοντική προστασία. Για την Αθήνα, το μεταρρυθμιστικό εγχείρημα της περιόδου αποτυπώθηκε σε σχεδιασμούς όπως το Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας του 1985, το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο του 1988 και οι Πολεοδομικές Μελέτες της δεκαετίας του ’90. Ωστόσο, οι στρατηγικές τους επιλογές παρέμειναν ανεφάρμοστες, ιδιαίτερα στις γειτονιές κατοικίας και μικτών χρήσεων του κέντρου πόλης στις οποίες εντοπίζονταν και τα οξύτερα προβλήματα.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, οι προγραμματικές και ιδεολογικές συνιστώσες του σχεδιασμού γνωρίζουν μια σημαντική στροφή που σηματοδοτείται από μια τεχνητή αντίφαση. Στο επίπεδο του «επίσημου» θεσμικού λόγου, ο σχεδιασμός συνδέεται με την προώθηση της «βιώσιμης ανάπτυξης», μία στρατηγική επιλογή με επικλήσεις στις περιβαλλοντικές συνιστώσες της οικονομικής διεύρυνσης. Στο επίπεδο όμως της «ρεαλιστικής» πολιτικής, η υιοθέτηση νεοφιλελεύθερων κατευθύνσεων στις αστικές πολιτικές – που ηγεμονεύουν σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο – συγκροτεί ένα παράδειγμα παρέμβασης και ένα κυρίαρχο λόγο που στρέφεται γύρω από τις έννοιες της «ανταγωνιστικότητας», της «επιχειρηματικότητας» και του «διεθνούς προσανατολισμού της πόλης».

Παράλληλα, η επικράτηση των νέο-φιλελεύθερων πολιτικών, και τώρα του μνημονίου, εδραίωσε ευρύτερες διαδικασίες απομείωσης του περιορισμένου ρόλου του σχεδιασμού. Οι «κατά παρέκκλιση» πρακτικές και οι μηχανισμοί παράκαμψης του σχεδιασμού που εφαρμόστηκαν στην περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων, και που πρόσφατα μετουσιώθηκαν σε διαδικασίες και δομές τύπου «fast track» και «Invest in Greece» συναρτώνται με δύο τάσεις: α) τη μεγαλύτερη εμπέδωση της συγκέντρωσης εξουσιών στην κεντρική διοίκηση σε σχέση με ζητήματα χωρικής ανάπτυξης σε τοπικό επίπεδο, και β) την ενίσχυση του ρόλου του ιδιωτικού τομέα στην ανάπτυξη και παραγωγή του χώρου.

Η παρουσίαση των πρόσφατων και σε εξέλιξη σχεδιασμών για το κέντρο της Αθήνας που ακολουθεί, παραμένει σε επίπεδο ανάλυσης προθέσεων, καθώς δεν υπάρχει ακόμα τίποτα υλοποιημένο. Εκτός από αυτό καθεαυτό το περιεχόμενο των προτάσεων, καλούμαστε να σχολιάσουμε το αν και κατά πόσο διακρίνεται πραγματική πρόθεση για παρέμβαση στο κέντρο της πόλης, ή αν πρόκειται απλώς για μια ανακυκλούμενη συζήτηση για αποκλειστικά επικοινωνιακούς λόγους πχ ως ανάγκη προβολής του έργου από συγκεκριμένους φορείς ή ακόμα αν πρόκειται για απαντήσεις που σχετίζονται με το «κλίμα» στην αγορά και με τους κύκλους των επενδύσεων στην αγορά ακινήτων.

Με μια πρώτη ματιά στους τρέχοντες σχεδιασμούς, διαπιστώνεται μία πρωτόγνωρη διασπορά προγραμμάτων και επιμέρους παρεμβάσεων. Συνοπτικά θα μπορούσαν να κωδικοποιηθούν ως εξής:

  • Σημειακές και εξαιρετικά περιορισμένης κλίμακας προτάσεις αναπλάσεων του αστικού χώρου με εξωραϊστική λογική. Αναφερόμαστε στους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς ιδεών (πλατεία Θεάτρου, ΑθήναΧ4) και στις μελέτες του ΥΠΕΚΑ για την ανάπλαση τριών συνοικιακών πλατειών του κέντρου της Αθήνας με μεγάλο επικοινωνιακό βάρος στην τρέχουσα συγκυρία.
  • Επεμβάσεις μητροπολιτικού χαρακτήρα που «πιάνουν το νήμα» της Ολυμπιακής περιόδου, όπως αυτή της πεζοδρόμησης της οδού Πανεπιστημίου, συνθέτοντας αναπτυξιακούς στόχους με τη ρητορική της βιώσιμης κινητικότητας και της ανάδειξης των πολιτιστικών πόρων της πόλης.
  • Αναθέσεις ερευνητικών προγραμμάτων και μελετών με στόχο την παραγωγή ιδεών ή / και την παρέμβαση στις διαδικασίες μετασχηματισμού του χώρου (π.χ. ερευνητικό του ΕΜΠ για το κέντρο της Αθήνας και Πειραιά και μελέτη της ΜΚΟ Sarcha για την περιοχή Γεράνι).
  • Προγράμματα επιμέρους φορέων (πχ Πρόγραμμα Στρατηγικών Παρεμβάσεων του Οργανισμού Αθήνας για την περιοχή από την πλατεία Βάθης – Πατήσια), που, μεταξύ άλλων, αναδεικνύουν το θεσμικό κατακερματισμό αρμοδιοτήτων και ευθυνών και την έλλειψη συντονισμού.
  • Ακόμα, «προγράμματα – ομπρέλες», όπως είναι το «Αθήνα 2014» ή και το πόρισμα «Δράση για την Αθήνα» που συστάθηκε με πρωτοβουλία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, το οποίο εισάγει την οπτική της ασφάλειας στο σχεδιασμό του χώρου.

Τι ρόλο λοιπόν διαδραματίζει αυτός ο σχεδιασμός στη διαμόρφωση της νέας κατάστασης, ρόλος που κωδικοποιείται από τα ερωτήματα ποιος (τι) σχεδιασμός, από ποιους και για ποιους?

Η παραπάνω συνοπτική αναφορά αναδεικνύει ότι παρά τις επιχειρούμενες διαδοχικές θεσμικές «μεταρρυθμίσεις», ο σχεδιασμός του χώρου στην Ελλάδα συνεχίζει να αποτελεί παράγωγο αποσπασματικών, μεμονωμένων παρεμβάσεων. Σήμερα, ωστόσο, και στο πλαίσιο των κυρίαρχων ιδεολογικών προταγμάτων, οι προτάσεις αυτές στερούνται κοινωνικού περιεχομένου. Αυτό που καταγράφουμε είναι η προώθηση επιμέρους παρεμβάσεων στον φυσικό χώρο με επικοινωνιακή και εξωραϊστική λογική – που αναπτύσσονται στα πλαίσια αρχιτεκτονικών κατά βάση προσεγγίσεων και υλοποιούν το νέο αναπτυξιακό όραμα για το κέντρο της πόλης. Παρεμβάσεων που φαίνεται να προωθούν διαδικασίες παραγωγής χώρου τέτοιες που δεν μπορεί παρά να συμβάλουν στη χωρική ανακατανομή των «προβλημάτων», προς όφελος των όποιων οικονομικών συμφερόντων και που ενίοτε αποτελούν καταλύτη για την εντατικοποίηση ανισοτήτων και πολώσεων

Σε σχέση με τον συντονισμό μεταξύ των διαφορετικών επιπέδων και φορέων σχεδιασμού, θα θέλαμε να τονίσουμε δύο σημεία. Πρώτον, καταγράφεται ένα ζήτημα αρμοδιοτήτων και έλλειψης συντονισμού μεταξύ των διαφόρων φορέων που εμπλέκονται στους διάφορους σχεδιοσμούς για το κέντρο, ΥΠΕΚΑ, δήμος, και πρόσφατα του ΥΠΡΟΠΟ οι παρεμβάσεις των οποίων έχουν διαφορετικό προσανατολισμό και στόχευση. Τα παραπάνω προγράμματα ανακοινώνονται, υλοποιούνται και παρουσιάζονται, την ίδια στιγμή που το Ρυθμιστικό Σχέδιο για την Αθήνα βρίσκεται σε διαδικασία αναθεώρησης. Έτσι, παράλληλες επεξεργασίες από διαφορετικούς φορείς, οι οποίες διαφοροποιούνται ως προς την κλίμακα, τους στόχους και την προσέγγισή τους, αποτυπώνουν και διαμορφώνουν μια στρατηγική παρεμβάσεων για το κέντρο της Αθήνας που προηγείται των υπό διαμόρφωση κατευθυντήριων αρχών του Ρυθμιστικού πριμοδοτώντας έτσι κάποιες παρεμβάσεις έναντι άλλων. Δεύτερο και σημαντικότερο, καταγράφεται η συμπύκνωση της εξουσίας του σχεδιασμού ανάμεσα στην κεντρική κυβέρνηση, σε «ειδικούς» του κλάδου (ακαδημαϊκά ιδρύματα, άτομα επιλογής της κεντρικής εξουσίας και ΜΚΟ) και σε επιχειρηματικά κέντρα, που μπορεί φαινομενικά να αντιμετωπίζει τεχνικά ζητήματα υλοποίησης πολιτικών και αναπτυξιακών στόχων, καταλύει ωστόσο ουσιαστικά κάθε έννοια δημοκρατικού σχεδιασμού, αφαιρώντας έτσι τη δυνατότητα ένταξης εναλλακτικών λόγων και αποκλείοντας ευρύτατα κοινωνικά στρώματα από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Τέλος, ο σχεδιασμός για το κέντρο φαίνεται να αφορά, ρητά ή άρρητα, εκείνους που «θέλουμε» να παραμείνουν, εκείνους που «δεν θέλουμε» να παραμείνουν, καθώς και κάποιους που «θέλουμε να έρθουν» είτε ως κάτοικοι, είτε ως επιχειρηματίες, είτε ως επισκέπτες – τουρίστες. Κοινός τόπος των κυρίαρχων σχεδιαστικών και προγραμματικών προσεγγίσεων είναι η «επανακατοίκηση» του κέντρου (από ποιούς; Από τη νέα μεσο-αστική τάξη της νέας οικονομίας?), η αποκατάσταση του αισθήματος «ασφάλειας» (για ποιούς;), η ενίσχυση της «επιχειρηματικότητας» εις βάρος παραδοσιακών λειτουργιών και παραγωγικών δραστηριοτήτων, η εκ νέου δημιουργία υπεραξίας από τη ζωή και τη δραστηριοποίηση στο κέντρο της Αθήνας (για ποιούς;).

Απέναντι στην κατάσταση που διαμορφώνεται, θεωρούμε ότι η παρούσα συγκυρία απαιτεί περισσότερο από ποτέ την παρέμβαση της πολιτείας. Μέσω, όμως, σχεδιασμών που επιχειρούν να δώσουν κάποια απάντηση στις διεργασίες και τα αίτια των πραγματικών προβλημάτων που δημιουργούν την κρίση στο κέντρο της Αθήνας. Ειδικά στην συγκυρία της παρούσας κρίσης, ανακύπτει περισσότερο από ποτέ η ανάγκη ουσιαστικού επαναπροσδιορισμού της έννοιας του «δημοσίου συμφέροντος», ώστε να ενσωματώνει με ουσιαστικό και συλλογικό τρόπο τα βασικά προτάγματα της ισότητας, της δημοκρατίας, των «ανθρώπινων δικαιωμάτων», των δικαιωμάτων στη ζωή της  πόλης. Με πρακτικούς όρους, στην εξέταση μιας πολεοδομικής πολιτικής είναι απαραίτητο να απαντιέται το ερώτημα «ποιός έχει τώρα το δικαίωμα στην πόλη», αλλά και «ποιός δεν το έχει». «Ποιός θα διατηρήσει ή θα αποκτήσει το δικαίωμα στην πόλη» αλλά και «ποιός θα το χάσει» με τις προτεινόμενες προτεραιότητες και παρεμβάσεις.

Συμπερασματικά, καθώς στα παλαιότερα προβλήματα υποβάθμισης του αστικού περιβάλλοντος προστίθενται νέα σύνθετα ζητήματα που διαρκώς διογκώνονται, όπως αυτά της μετανάστευσης, της πολυπολιτισμικότητας, της στέγης ή των εντεινόμενων χωρικών – κοινωνικών πολώσεων, γίνεται φανερή η ανάγκη για μια αλλαγή παραδείγματος στο σχεδιασμό και τις αστικές πολιτικές που θα πρέπει να απαντά στις ανάγκες για :

– ρυθμίσεις που, εντασσόμενες σε ένα ενιαίο κατευθυντήριο πλαίσιο, θα συνδυάσουν παρεμβάσεις στο δομημένο περιβάλλον με κοινωνικές πολιτικές και μέτρα.

– αναγνώριση των συντελούμενων μετασχηματισμών, των προβλημάτων, των αναγκών, των δυναμικών και προοπτικών των κατοίκων ενός κέντρου, που κάθε άλλο παρά εγκαταλελειμμένο είναι.

– συγκρότηση μηχανισμών και διαδικασιών που θα διασφαλίζουν τον έλεγχο και την ουσιαστική, διευρυμένη συμμετοχή, αλλά και τον απαραίτητο συντονισμό μεταξύ των φορέων και επιπέδων του σχεδιασμού,

– ιεράρχηση της κατανομής πόρων και παρεμβάσεων ξεκινώντας από εκείνες τις κοινωνικές ομάδες και εκείνες τις περιοχές της πόλης που αντιμετωπίζουν τα σημαντικότερα προβλήματα επιβίωσης

– έναν χωρικό σχεδιασμό που δεν θα αναπαράγει εικόνες μιας λαμπερής αστικής ουτοπίας, αλλά θα αναζητά ευρηματικές λύσεις στα πραγματικά προβλήματα της πόλης και των ανθρώπων της μέσα από την εφαρμογή πολιτικών στο επίπεδο της γειτονιάς

Έχουμε την άποψη ότι η πραγματικότητα του σχεδιασμού και της πολιτικής για την πόλη στην παρούσα συγκυρία κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση, με σημαντικές επιπτώσεις για πολλούς από τους κατοίκους της. Αυτό καθιστά την όποια στροφή στα θέματα του σχεδιασμού αντικείμενο όχι μόνο διαρκούς και επίπονης επιστημονικής συζήτησης, αλλά πρωτίστως και ταυτόχρονα πολιτικής και κοινωνικής διεκδίκησης.

 

Το κείμενο εκφωνήθηκε στα πλαίσια της δημόσιας συζήτησης της ομάδας Encounter Athens, Πρωτοβουλία για το κέντρο της Αθήνας, Λόγος και διεκδικήσεις για μια δίκαιη πόλη, στις 16/05/2011 στο αίθριο του κτιρίου Αβέρωφ, ΕΜΠ.



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s