Κατοικία στο κέντρο της Αθήνας: πώς και για ποιούς;

Φερενίκη Βαταβάλη, Δημήτρης Μπαλαμπανίδης, Δήμητρα Σιατίτσα

Στη δημόσια συζήτηση που παρακολουθούμε τους τελευταίους μήνες, το ζήτημα των πολιτικών για την κατοικία ανακύπτει κυρίως μέσα από εξαγγελίες για την «επιστροφή της κατοικίας» στο κέντρο της Αθήνας και την προσέλκυση «νέων» και «επιθυμητών» ομάδων, εξαγγελίες που παραβλέπουν τους σημερινούς κατοίκους του κέντρου και τις στεγαστικές τους ανάγκες, ενώ ταυτόχρονα αγνοούν τις εκκλήσεις για παρέμβαση της πολιτείας στα στεγαστικά προβλήματα, τα οποία εδώ και χρόνια διατυπώνονται από πολιτικές, κοινωνικές και μεταναστευτικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται σε αυτές τις γειτονιές.

Ο τρόπος με τον οποίο εμείς σκεφτόμαστε και θα θέλαμε να τοποθετηθούμε πάνω στο ζήτημα ξεπερνάει την κλίμακα του κέντρου καθώς επίσης τους διαχωρισμούς ανάμεσα σε «επιθυμητές» ομάδες, «ευάλωτες» ομάδες ή άλλες στενές κοινωνικές κατηγορίες και υπολογίζει το σύνολο της πόλης και το σύνολο των κατοίκων της.

Φυσικά, δεν έχουμε την πρόθεση να συγκροτήσουμε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα στεγαστικής πολιτικής, επιχειρούμε ωστόσο να αναδείξουμε πτυχές του προβλήματος που συστηματικά αγνοούνται ή αποκρύπτονται και ορισμένες δυνατότητες προκειμένου για την καθολική πρόσβαση σε επαρκή κατοικία, κατοχυρωμένο δικαίωμα και «αντικείμενο ειδικής φροντίδας του Κράτους» σύμφωνα με το άρθρο 21 του Συντάγματος.

Αρχικά, θα θέλαμε να εκφράσουμε ορισμένες σοβαρές ενστάσεις απέναντι στις μεγαλόσχημες και παραπλανητικές διατυπώσεις περί «εγκατάλειψης του κέντρου της Αθήνας» λόγω «μαζικής φυγής των κατοίκων του» και «απουσίας της κατοικίας». Για την εγκατάλειψη του κέντρου δεν αμφιβάλλουμε καθόλου, μοιάζει όμως εγκαταλελειμμένο χρόνια από τη μεριά της Πολιτείας (λόγω των κοινωνικών ευθυνών που δεν αναλαμβάνει) παρά από τη μεριά των κατοίκων του. Είναι γνωστό από σχετικές έρευνες ότι η περίφημη «φυγή από το κέντρο προς τα προάστια» δεν έλαβε ποτέ στην Αθήνα τις διαστάσεις που έλαβε σε άλλες πόλεις του εξωτερικού. Εξ αυτού, δεν προέκυψε ποτέ κάποιο ογκώδες εγκαταλελειμμένο κτηριακό απόθεμα σε εκτεταμένες περιοχές του κέντρου και για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Ορισμένες μάλιστα περιοχές, όπως η Ομόνοια ή το Γεράνι, δεν υπήρξαν ποτέ περιοχές με έντονη την χρήση κατοικίας, ώστε αυτή να επιστρέψει πίσω.

Η φυγή, λοιπόν, ορισμένων κατοίκων του κέντρου προς τα προάστια συνέβη πράγματι αλλά μέχρι έναν βαθμό. Στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 ορισμένοι κάτοικοι του κέντρου έφυγαν προς τα προάστια, άλλοι όμως παρέμειναν (π.χ. στα θαυμάσια ρετιρέ και τα ευρύχωρα οροφοδιαμερίσματα) και άλλοι διατήρησαν εκεί τις περιουσίες τους. Τα εγκαταλελειμμένα διαμερίσματα στους χαμηλότερους ορόφους νοικιάστηκαν γρήγορα στους άρτι αφιχθέντες μετανάστες μετά το 1990 και η πολυκατοικία της αντιπαροχής έπαιξε για άλλη μια φορά τον γνωστό «αφομοιωτικό» της ρόλο. Έσμιξε δηλαδή «ντόπιους» και μετανάστες όχι απλώς στις ίδιες γειτονιές αλλά και στα ίδια κτήρια, στη βάση πάντα του ταξικού διαχωρισμού από το υπόγειο στο ρετιρέ και από την όψη στον ακάλυπτο.

Μέχρι εδώ, έχει σημασία να συγκρατήσουμε δύο σημεία-κλειδί:

Πρώτον, η εγκατάσταση των μεταναστών (είτε κατοίκων είτε επιχειρηματιών) σε γειτονιές του κέντρου έχει συμβάλει στη διατήρηση της ζωντάνιας στην περιοχή, στη συγκράτηση της ερείπωσης και απαξίωσης των διαμερισμάτων αλλά και στην αναβάθμισή τους μέσα από προσωπικά έξοδα και προσωπική εργασία, ενώ παράλληλα ενεργοποίησε την κτηματαγορά και ένα πλήθος επαγγελμάτων γύρω από την οικοδομή, τη μεσιτεία, το εμπόριο, και τον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Και δεύτερον, η πρόσβαση «ντόπιων» και μεταναστών στην ιδιόκτητη κατοικία συγκεκριμένα (κυρίαρχο μοντέλο ενοίκησης στη χώρα μας) στηρίχθηκε με τα χρόνια όλο και περισσότερο στον τραπεζικό δανεισμό. Εν μέσω, λοιπόν, μίας πολυσήμαντης κρίσης και της γενικής φτώχυνσης του πληθυσμού είμαστε ιδιαιτέρως σκεπτικοί σχετικά με τις δυνατότητες των κατοίκων να ανταποκριθούν μελλοντικά στις οικονομικές τους υποχρεώσεις, είτε αυτές αφορούν ένα μηνιαίο μίσθωμα είτε την αποπληρωμή ενός στεγαστικού δανείου.

Οι σχετικοί φορείς (ΥΠΕΚΑ, ΟΡΣΑ, διυπουργική επιτροπή, Δήμος Αθηναίων κ.ά.) υπόσχονται διαρκώς διάφορα κίνητρα ενίσχυσης της κατοικίας, όπως επιδότηση ενοικίου, επιδότηση επιτοκίου για στεγαστικά δάνεια πρώτης κατοικίας, φορολογικές ελαφρύνσεις, χαμηλότοκα και μακροπρόθεσμα δάνεια για την επισκευή διατηρητέων, αξιοποίηση των κενών κτηρίων, προγράμματα «πράσινης» κατοικίας κ.ά., τα οποία όμως φαίνεται να αγνοούν τα νέα δεδομένα της περιόδου. Διότι οι ενδείξεις της πραγματικότητας είναι εντελώς αντίθετες από τις εξαγγελίες και διαρκώς χειροτερεύουν. Οι οικονομικές δυνατότητες των κατοίκων στενεύουν και οι στεγαστικές παροχές διαρκώς συρρικνώνονται.

Πέρα από τον αυξανόμενο αριθμό των αστέγων, τις συνεχείς καταγγελίες για τις κακές στεγαστικές συνθήκες μεγάλου αριθμού των κατοίκων, την απαράδεκτη πρακτική ορισμένων ιδιοκτητών να νοικιάζουν με το κεφάλι ακατάλληλους χώρους για κατοικία σε μετανάστες και άλλα τέτοια φαινόμενα που χρονίζουν στις κεντρικές περιοχές τις Αθήνας, η οικονομική κρίση οδηγεί σε στεγαστική επισφάλεια ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού. Στοιχεία από τον Τύπο κάνουν λόγο για 4.000 εξώσεις στις πρώτες 40 ημέρες του 2011 ενώ οι αγωγές φαίνεται να αφορούν το 50% των ενοικιαστών και οι οφειλές να αγγίζουν τα 3.500 ευρώ. Όσο για την ιδιόκτητη κατοικία, δίνονται στοιχεία για κατάσχεση υποθηκευμένων κατοικιών, συγχωνεύσεις συγγενικών νοικοκυριών, αυστηρότερες προϋποθέσεις για παροχή στεγαστικών δανείων, αύξηση του βασικού επιτοκίου κατά 0.25% και ενδεχόμενη άρση του αφορολόγητου του επιτοκίου δανεισμού για πρώτη κατοικία.

Για εμάς, είναι σαφές, ότι οι σχεδιαζόμενες πολιτικές που αφορούν κυρίως την αισθητική αναβάθμιση του κέντρου και δευτερευόντως ζητήματα κατοικίας, έχουν σαν στόχο την διευκόλυνση κερδοσκοπικών πρακτικών και όχι την απάντηση στα πραγματικά προβλήματα όσων κατοικούν σήμερα σε αυτό. Είναι γνωστό ότι τέτοιες πρακτικές όταν δεν συμπληρώνονται από κοινωνικές πολιτικές και δημόσιες επενδύσεις, καταλήγουν στον εκτοπισμό των πιο αδυνάμων ομάδων και των χαμηλών εισοδημάτων καθώς ακολουθούνται από σημαντικές αυξήσεις στις τιμές των ακινήτων.

Θεωρούμε ότι στη σημερινή εκρηκτική συγκυρία, όταν δηλαδή η αγορά αδυνατεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες, απαιτείται η χάραξη μιας συστηματικής κρατικής στεγαστικής πολιτικής με κοινωνικά κριτήρια. Παρά τη δυσοίωνη πραγματικότητα, μάλιστα, πιστεύουμε ότι υπάρχουν δυνατότητες για κοινωνική στεγαστική πολιτική, χωρίς τεράστιες οικονομικές απαιτήσεις, εάν βασίζεται στην αξιοποίηση του υπάρχοντος κτηριακού δυναμικού.

Θα αναφερθούμε, λοιπόν, συνοπτικά σε κάποιους άξονες προσέγγισης του στεγαστικού ζητήματος που θεωρούμε ότι απαντούν στο παραπάνω αίτημα, με έμφαση στην αξιοποίηση του διαπιστωμένου εγκαταλελειμμένου ή/και αδιάθετου κτηριακού αποθέματος, την ανάπτυξη προνοιακής πολιτικής κατοικίας και τη ρύθμιση της αγοράς ενοικίων. Βασική προϋπόθεση για τα παραπάνω είναι η αναγνώριση από τους δημόσιους φορείς της κλιμακούμενης στεγαστικής κρίσης και η καταγραφή των στεγαστικών αναγκών, μέσα από την καταγραφή των αστέγων, των κακώς στεγασμένων, των εξώσεων, των κατασχέσεων κτλ.

Καταρχάς στο πλαίσιο μιας ρυθμιστικής παρέμβασης του δημοσίου στο σύνολο της αγοράς κατοικίας για την συγκράτηση των τιμών και την προσφορά διεξόδου σε νοικοκυριά και άτομα που δεν έχουν δυνατότητα ή δεν επιθυμούν την αγορά ακινήτου θεωρούμε απαραίτητη την ανάπτυξη πολιτικών παρέμβασης στην αγορά ενοικίου και προώθησης του «κοινωνικού ενοικίου». Η σχετική εμπειρία υπάρχει σε ευρωπαϊκές χώρες όπου το δημόσιο συνάπτει καταρχάς συμβόλαια παραχώρησης με μικρούς (ή και μεγάλους) ιδιοκτήτες, δίνει κίνητρα για την διάθεση των κλειστών ή/και κακοσυντηρημένων διαμερισμάτων και καταστημάτων (π.χ. με επιδοτήσεις του βασικού κόστους επισκευής) ή επιβάλλει αντικίνητρα (π.χ. μέσα από την αυξημένη φορολόγησή τους). Στη συνέχεια, υπό τον όρο της στέγασης των δικαιούχων κοινωνικής κατοικίας, προσφέρουν τα ακίνητα είτε σε χαμηλές/ελεγχόμενες τιμές, είτε με επιδότηση ενοικίου, είτε ακόμη δωρεάν με την υποχρέωση επισκευής του ακινήτου.

Δεύτερον, στο ίδιο πλαίσιο, θεωρούμε απαραίτητη την ανάπτυξη μίας προστατευτικής πολιτικής απέναντι σε εξώσεις και κατασχέσεις κατοικίας, με συγκεκριμένα βέβαια κοινωνικά και εισοδηματικά κριτήρια και ειδικά στην περίπτωση πρώτης κατοικίας.

Τρίτον, αντίθετα με την «αξιοποίηση» που συνεπάγεται το ξεπούλημα των δημόσιων αγαθών, θεωρούμε απαραίτητη την «αξιοποίηση» της περιουσίας του δημοσίου (του δήμου και άλλων δημόσιων οργανισμών) για την εφαρμογή κοινωνικής και προνοιακής πολιτικής. Εννοούμε την αξιοποίησή τους για την εγκατάσταση ξενώνων φιλοξενίας, κέντρων φροντίδας ή άλλων κοινωνικών υπηρεσιών, σε συνεργασία με οργανώσεις και φορείς που δραστηριοποιούνται σε αυτούς τους τομείς, όπως άλλωστε προβλέπει και ο Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων.

Αφήσαμε για το τέλος την αναφορά σε μια διαφορετική «αξιοποίηση» του αδιάθετου κτηριακού αποθέματος, αυτή των καταλήψεων στέγης, δηλαδή της άμεσης και εκ των κάτω διεκδίκησης του δικαιώματος στη στέγη. Με το σύνθημα «καμία κενή κατοικία, όσο υπάρχουν άνθρωποι χωρίς κατοικία», κινήματα σε πολλές πόλεις του κόσμου διεκδικούν την ιεράρχηση του δικαιώματος στη στέγη πάνω από την κατοχύρωση της ατομικής ιδιοκτησίας και τη συσσώρευση κέρδους. Σε πολλές τέτοιες περιπτώσεις, μάλιστα, η κοινωνία επέβαλε την αναγνώριση και νομιμοποίηση αυτών των πρακτικών μέσω θεσμικών ρυθμίσεων.

Προφανώς, οι παραπάνω προτάσεις δεν αποτελούν κάποιο ολοκληρωμένο πρόγραμμα στεγαστικής πολιτικής. Τις καταθέτουμε περισσότερο ως αφορμή για συζήτηση σε μία άλλη βάση από αυτήν που θέτει ο κυρίαρχος λόγος και οι κυρίαρχες πολιτικές. Από τις παρεμβάσεις των φορέων και τη συζήτηση που θα ακολουθήσει περιμένουμε να ακούσουμε επιπλέον προτάσεις και κριτικές, ως έναυσμα για μία διαφορετική προσέγγιση του στεγαστικού ζητήματος και με στόχο τη διατύπωση ενός συνολικού αιτήματος για την πρόσβαση στην κατοικία, που θα εξασφαλίζει στέγη για όλους πέρα από κερδοσκοπικές πρακτικές και αποκλεισμούς.

 

Το κείμενο εκφωνήθηκε στα πλαίσια της δημόσιας συζήτησης της ομάδας Encounter Athens, Πρωτοβουλία για το κέντρο της Αθήνας, Λόγος και διεκδικήσεις για μια δίκαιη πόλη, στις 16/05/2011 στο αίθριο του κτιρίου Αβέρωφ, ΕΜΠ.



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s