Ρόλος και μέλλον για την αυτοδιοίκηση

Γη, χώρος και σχεδιασμός στο επίκεντρο της νεοφιλελεύθερης επίθεσης και των κοινωνικών διεκδικήσεων

της Μαρίας Καλαντζοπούλου, δημοσιεύτηκε στο Rednotebook, 17/05/2014

Ο χώρος είναι ταυτόχρονα συλλέκτης, πεδίο και δυναμική. Είναι, έτσι, σαφές ότι διαφοροποιείται ουσιαστικά από τον ένα τόπο στον άλλο και γι’ αυτό ο σχεδιασμός και η ρύθμιση οποιασδήποτε δραστηριότητας δεν μπορεί να μην λαμβάνει υπ’ όψη τη χωρική διάσταση, δηλαδή το πού εγκαθίσταται αυτή η δραστηριότητα, πώς εντάσσεται στην κοινωνία στην οποία αναφέρεται, από ποιους πόρους αντλεί και τι επιπτώσεις, θετικές ή αρνητικές, έχει στον τόπο που εγκαθίσταται.

Διανύουμε μια περίοδο βαθιάς κρίσης που μεταφράζεται κοινωνικά, οικονομικά και περιβαλλοντικά και ασκεί πιέσεις μέχρις εξουθένωσης σε όλα αυτά τα πεδία. Με δεδομένο τον εξ ορισμού ρόλο του χωρικού σχεδιασμού κάθε επιπέδου ως διαιτησίας μεταξύ πιέσεων και ετερόκλητων στοχεύσεων σε μια κατεύθυνση υπεράσπισης του «κοινού καλού» και με δεδομένη την ανάγκη –για το σκοπό αυτό- βαθύτερου εκδημοκρατισμού της διαδικασίας παραγωγής και εφαρμογής σχεδιασμού και χωρικών παρεμβάσεων, θα περίμενε (;) κανείς ειδικά σήμερα, την υποστήριξη και ενίσχυσή του προς αυτή την κατεύθυνση: διεύρυνση διαφάνειας και συμμετοχής και επίσπευση διαδικασιών κατάρτισης σχεδίων και εφαρμογής τους. Για να προληφθούν και να αντιμετωπιστούν φαινόμενα υποβάθμισης περιοχών, για να προστατευθούν πληττόμενες ή πιο αποκλεισμένες κοινωνικές ομάδες, για μεγαλύτερη δικαιοσύνη και για την εξασφάλιση όσο γίνεται μεγαλύτερης αναδιανομής των ωφελειών απ’ την ανάπτυξη η οποία πάντα είναι και χωρικά πολύ προσδιορισμένη.

Πόσο δε μάλλον επιτακτική θα ήταν αυτή η ανάγκη όταν, ακόμα και απ’ τη σκοπιά του δημοσιονομικού οφέλους, οι διαδικασίες του σχεδιασμού υποστηρίζονται συχνά από χρηματοδοτικά προγράμματα που πρέπει και να «απορροφηθούν» και να αποδώσουν όσο γίνεται πιο άμεσα τα όποια προσδοκώμενα αποτελέσματα.

Αντ’ αυτού με όλους τους πιθανούς και απίθανους τρόπους, παρακολουθούμε να πραγματοποιούνται απ’ τις κυβερνήσεις των τελευταίων ετών οι πιο «ανορθολογικές» επιλογές, που υποδηλώνουν όμως και το πραγματικό πρόγραμμα. Το πρόγραμμα αυτό αφορά την κεντρική σημασία του χώρου ως προϊόντος συναλλαγής, την πρόσληψη του κοινωνικά προσανατολισμένου σχεδιασμού του ως «εμπόδιου» για την «ανάπτυξη» και την κατάλληλη απομάκρυνση του κράτους από τη διαδικασία ώστε να νομιμοποιούνται αδιαπραγμάτευτα όλες οι ιδιωτικές επιλογές ή επιδιώξεις εκμετάλλευσης του χώρου.

Για τον σκοπό αυτό, το ίδιο το κράτος, με πρωτόγνωρη έμφαση τα τελευταία χρόνια, υπερνομοθετεί και υπερ-ρυθμίζει την απόσυρσή του από τη ρύθμιση του χώρου. Κι ενώ με το ένα χέρι «μεταγγίζει» αρμοδιότητες και πόρους στην αυτοδιοίκηση (όπως λ.χ. με τον πρόσφατο νόμο του Καλλικράτη), με το άλλο εμποδίζει ακόμα και τον στοιχειώδη κοινωνικό έλεγχο των αποφάσεων. Ενώ αποσύρεται από τον ολοκληρωμένο σχεδιασμό και καλύπτεται πίσω από «πλαίσια κατευθύνσεων» που θεσμοθετούνται με απλές (ή κοινές) υπουργικές αποφάσεις, επανασυγκεντρώνει την εξουσία της κύρωσης, έστω και χωρίς έλεγχο (γιατί παράλληλα ξηλώνει οποιαδήποτε δημόσια ελεγκτική υπηρεσία) στα άδυτα του κράτους. Στο όνομα του «χρέους», της κρίσης, της «πάταξης της γραφειοκρατίας», της «άρσης των αγκυλώσεων», γίνεται καθεστώς η «εξαίρεση», η «παρέκκλιση», το «κατεπείγον», η γη περνά μαζικά στους ιδιώτες με προτίμηση στους ισχυρότερους εξ αυτών, οι αποφάσεις για τους όρους εκμετάλλευσής της στους ίδιους ιδιώτες, ο έλεγχος τήρησης των όρων εκμετάλλευσης σε άλλους ή στους ίδιους ιδιώτες, η διαχείριση της δημόσιας περιουσίας και των γεωχωρικών δεδομένων της επικράτειας σε ανώνυμες εταιρείες, κι η απόφαση για όλα αυτά εκχωρείται σε υπουργούς (ούτε καν στη Βουλή) που μάλιστα μπορεί να μην είναι καν αιρετοί. Η διορισμένη αυτοδιοίκηση (η Αποκεντρωμένη) σε ρόλο-σφραγίδα (και κατάλληλα απογυμνωμένη από στελέχη και υπηρεσίες) απλώς συνυπογράφει κι η αιρετή αυτοδιοίκηση παρακολουθεί ή –στην καλύτερη περίπτωση- γνωμοδοτεί. Ο κοινωνικός έλεγχος διεξάγεται μέσω του λαβύρινθου της Διαύγειας και του προσχήματος δημοσίευσης στο opengov για μερικές ώρες ή μέρες (χωρίς υποχρέωση αυτό που τελικά θα προωθηθεί προς ψήφιση να είναι ανάλογο με το δημοσιοποιημένο ή να έχει ενσωματώσει τις υποδείξεις της διαβούλευσης). Ο,τι θέλει το παλάτι δηλαδή σε μια τεχνολογικά εκσυγχρονισμένη εκδοχή  του 19ου αιώνα.

Αξίζει βέβαια να θυμηθούμε ότι και στον 20ο αιώνα, που από κάθε άποψη είναι παρελθόν, αν και όποτε το κράτος θέλησε να φτιάξει σχεδιασμό ή χώρο ερήμην των τοπικών κοινωνιών, ή να «περάσει» όπως λέμε μέτρα, έργα και ρυθμίσεις συμφωνημένα «από τα πάνω», δεν το εμπόδισε τίποτα να τα κάνει – εκτός αν ως εμπόδιο εννοούμε το ΣτΕ, στο οποίο, ας θυμηθούμε, κανείς προσφεύγει για την αποκατάσταση της νομιμότητας. Και το αντίστροφο: ό,τι δείχνει να ταλαιπωρεί το σημερινό κράτος ως χρόνια κακοδαιμονία, νομοθετικός δαίδαλος, έλλειψη αντικειμενικών στοιχείων για τον χώρο, ακόμα και για την δημόσια περιουσία, δεν οφείλεται σε άλλον παρά στο ίδιο το κράτος.

Αν μια διεκδίκηση έχει λοιπόν νόημα, ειδικά σήμερα στη δυστοπία της κρίσης, είναι, μαζί με την υπεράσπιση της γης και του χώρου και η διάσωση του σχεδιασμού του. Παραμένουν ωστόσο τα ερωτήματα που νοηματοδοτούν τον σχεδιασμό: τι είδους σχεδιασμός (αφορά λ.χ. το «πάντρεμα» των τομεακών προσεγγίσεων όπως  περιβάλλον, μνημεία, κοινωνική συνοχή, παραγωγικοί τομείς ή κλάδοι, κλπ), ποιες παρεμβάσεις ιεραρχούνται (ζήτημα προτεραιοτήτων), πώς (θεσμικά εργαλεία και χρηματοδότηση), για ποιους (για ποιες ομάδες «συμφερόντων») και από ποιους (ποιοι είναι οι φορείς κατάρτισης και υλοποίησης του σχεδιασμού; το κράτος, η αυτοδιοίκηση, ιδιώτες, μικτά σχήματα;).

Γι’ αυτό το τελευταίο, το «από ποιους», περιττεύει ίσως να πούμε ότι στην περιλάλητη Εσπερία τέτοιες αρμοδιότητες, περιφερειακού ή μητροπολιτικού σχεδιασμού και αστικών παρεμβάσεων είναι εδώ και δεκαετίες στη δικαιοδοσία της Αυτοδιοίκησης, ενισχυμένες με ποικίλες εκφάνσεις συμμετοχικού σχεδιασμού ή σχεδιασμού «από τα κάτω». Με δεδομένο δηλαδή ότι πολιτικά ουδέτεροι εμπειρογνώμονες δεν υπάρχουν (αυτός ο μύθος έχει καταρρεύσει προ πολλού), η συμμετοχή της κοινωνίας ως υποκείμενο διαμόρφωσης του σχεδιασμού είναι αποφασιστικής σημασίας, είναι δικλείδα δημοκρατίας και δικαιοσύνης. Υπάρχει όμως ρόλος και για το δημόσιο, την πολιτεία, ως εγγυητή (του σκοπού του σχεδιασμού, του «κοινού καλού», της διασφάλισης της περιβαλλοντικής προστασίας, κλπ) πράγμα που θα μπορούσε να επιτελείται με την αρμοδιότητα της έγκρισης. Αυτός ακριβώς ο ρόλος του κράτους ως εγγυητή του σχεδιασμού περιγράφεται και στο ισχύον Σύνταγμα.  Ο καθαυτό σχεδιασμός όμως, η διαβούλευσή του και η εφαρμογή και παρακολούθησή του μπορεί και πρέπει να είναι στη δικαιοδοσία των τοπικών κοινωνιών.

Και δεν στερείται βέβαια νοήματος ή σκοπιμότητας η υπεράσπιση της συνταγματικά κατοχυρωμένης ευθύνης του δημοσίου για τον σχεδιασμό του χώρου και την προστασία του περιβάλλοντος. Η σημασία της διαιτησίας αντιτιθέμενων συχνά συμφερόντων που αντιπροσωπεύει ο σχεδιασμός υπογραμμίζει πιθανόν την σκοπιμότητα διατήρησης κάποιου τελικού ελέγχου απ’ το Δημόσιο, απ’ τον φορέα των θεσμών δηλαδή, γιατί τα φαινόμενα υφαρπαγής και οι διαθέσεις αποχαρακτηρισμού ή υπερεκμετάλλευσης λ.χ. προστατευόμενης, παραγωγικής ή αστικής γης, όπως ξέρουμε, στο πεδίο είναι πολλά και δεν προέρχονται μόνο από τους «μεγαλοεπενδυτές» ή τους σύγχρονους ολιγάρχες, μολονότι αυτοί έχουν πιο συχνά την μεγαλύτερη δύναμη πίεσης.

Στην Ελλάδα, η Αυτοδιοίκηση μέχρι πρόσφατα (μέχρι την διοικητική μεταρρύθμιση του Καλλικράτη) εκ των πραγμάτων μπορούσε να παίξει πολύ περιορισμένο ρόλο (κι αυτόν στο επίπεδο των Δήμων). Οσο όμως, προχωρά η ανασυγκρότησή της και η υποστήριξή της με πόρους, είναι σχεδόν εύλογο (μολονότι συμβαίνει το εντελώς αντίθετο προς το παρόν) να περιέλθουν σ’ αυτήν οι αρμοδιότητες. Με δεδομένο το ότι μια μεταφορά πλήρους αυτεξουσιότητας στις Περιφέρειες (ή στους Δήμους) ούτε έχει συγκροτηθεί ως ώριμο και τεκμηριωμένο αίτημα, ούτε είναι άμεσα εφικτή στο βαθμό που προϋποθέτει συνταγματική αναθεώρηση, μπορούν να προχωρήσουν λύσεις που να βελτιώνουν άμεσα τις διαδικασίες. Αρμοδιότητες χωρικού σχεδιασμού, κατάρτισης δηλαδή του σχεδιασμού μπορούν να περιέλθουν είτε άμεσα, σε υπηρεσίες της αυτοδιοίκησης (με την κατάλληλη υποστήριξη σε προσωπικό) είτε σε οργανισμούς ή νομικά πρόσωπα που στέκουν ανεξάρτητα ανάμεσα στη διοίκηση και τους ΟΤΑ, εποπτεύονται απ’ την αυτοδιοίκηση (αντί απ’ το κράτος) και λογοδοτούν και στο κράτος και στην αυτοδιοίκηση. Σε επίπεδο Περιφέρειας λ.χ., θα μπορούσε να υπάρχει ένας Ενιαίος Φορέας σχεδιασμού και υλοποίησης πολιτικής  για τον αστικό και εξωαστικό χώρο, υπό την εποπτεία και με τις κατευθύνσεις της Περιφέρειας και με λογοδοσία στο κράτος (όσο ισχύουν οι σημερινές συνταγματικές δεσμεύσεις), το οποίο θα ελέγχει την συμβατότητα του περιφερειακού σχεδιασμού με την γενικότερη νομοθεσία και τις εθνικές στρατηγικές για τον χώρο (το εθνικό χωροταξικό).

Αλλά όλα αυτά είναι σκέψεις που ανταποκρίνονται στην ανάγκη μιας ουσιαστικής συζήτησης για την ενίσχυση του δημοκρατικού προγραμματισμού στα ζητήματα του χώρου.

Επιμέρους προτάσεις ουσίας και ανάγκης για την βελτίωση του συστήματος χωρικού σχεδιασμού υπάρχουν πολλές και μάλιστα στον αντίποδα των προτάσεων που κατατέθηκαν πριν μερικές μέρες ως νομοσχέδιο σε δημόσια διαβούλευση. Αυτές αφορούν:

* ζητήματα μεθοδολογίας ενσωμάτωσης της χωρικής διάστασης σε τομεακές πολιτικές (λ.χ. για την επίλυση αντιφάσεων των κλαδικών ή τομεακών πολιτικών μεταξύ τους),
* πιθανή κατάργηση των τομεακών χωροταξικών πλαισίων (και αντίστοιχη ενίσχυση των περιφερειακών χωροταξικών),
* κωδικοποίηση και απλοποίηση σε κοινά περιγράμματα των θεσμικών «γραμμών» προστασίας ή χρήσεων γης κλπ ειδικά στην πιο «διαφιλονικούμενη» εξωαστική γη,
* θεσμοθετημένη συμμετοχή της κοινωνίας με τη μορφή των κινημάτων, των φορέων, των επιμελητηρίων, των οργανώσεων, των συνδικάτων κλπ στις διαδικασίες σχεδιασμού και όχι στην διαβούλευση επί των τελικών σχεδίων,
* συγκρότηση ενιαίου κόμβου συλλογής στοιχείων, δεικτών, υποβάθρων και γεωχωρικών πληροφοριών, καθώς και άλλων πληροφοριών ποσοτικών και ποιοτικών από μελέτες, έρευνες και μεμονωμένες τομεακές καταγραφές και ταξινομήσεις που να διατίθενται με απόλυτη δημόσια διαφάνεια ώστε να τεκμηριώνουν κάθε διαβούλευση σε κάθε επίπεδο σχεδιασμού του χώρου,
* δημοσιοποίηση των στοιχείων και των διαδικασιών που διαμορφώνουν την επιλεξιμότητα ή όχι προκρινόμενων παρεμβάσεων ως προς την χρηματοδότησή τους κ.ά.

Στον αντίποδα όλων όσων μας επιβάλλονται και απέναντι στη καθαυτό κρίση, μαζί με τον χώρο (και την χώρα) και τα δικαιώματά μας σ’ αυτόν που πρέπει να υπερασπιστούμε (εύγλωττες απ’ αυτή την άποψη είναι οι πρόσφατες ευρύτατες κοινωνικές αντιδράσεις απέναντι στις ρυθμίσεις του ν/σ για τον αιγιαλό), είναι εξ ορισμού προστατευτέος κι ο σχεδιασμός του: γιατί είναι η διαδικασία που συμβάλλει αποφασιστικά στην ανασυγκρότηση ακριβώς επειδή μπορεί να αναγνωρίσει και να υπερασπιστεί αυτά τα στοιχεία που είναι ανάγκη να διασωθούν για το δημόσιο όφελος και την προοπτική της ανασυγκρότησης, γιατί μπορεί να αναδείξει το χαρακτήρα και την σημασία των φυσικών πόρων που απειλούνται ή πρέπει να προστατευθούν, των κοινωνικών πόρων που θα κινητοποιηθούν, καθώς και να εντοπίσει τις ομάδες που πλήττονται πιο βάναυσα από την κρίση και τα εργαλεία με τη βοήθεια των οποίων θα καλυφθούν κατά προτεραιότητα οι ανάγκες τους, γιατί μπορεί να αναδείξει τρόπους και μέσα αναδιανομής της τοπικά συγκεντρωμένης υπεραξίας απ’ την ανάπτυξη προς όφελος των πιο αποκλεισμένων απ’ αυτήν. Κι όλα αυτά όχι οριζόντια ούτε επί χάρτου. Κανένας τόπος δεν είναι «ένα» πράγμα, κανένας κλάδος ή κοινωνική ομάδα δεν εγγράφεται με τον ίδιο τρόπο παντού, καμιά γωνιά δεν είναι απλώς γεωγραφικές συντεταγμένες. Κι όσο προσδιορισμένη στο χώρο είναι η ευημερία κι η συσσώρευση , άλλο τόσο είναι κι η φτώχεια ή ο αποκλεισμός από πόρους και δικαιώματα. Μπορούμε άραγε να φανταστούμε ολοκληρωμένες πολιτικές κοινωνικής ή περιβαλλοντικής προστασίας, ή προστασίας μνημείων ή παραγωγικής αναδιάρθρωσης κ.ο.κ. χωρίς πολύ συγκεκριμένες χωρικές διαστάσεις και αναφορές;

Το «δικαίωμα στην πόλη», το δικαίωμα στον χώρο ευρύτερα, δεν αφορά στενά την ανάπτυξη. Μεταφράζεται σε δημοκρατικό δικαίωμα, σε δικαίωμα αυτοπραγμάτωσης και συνύπαρξης, δικαίωμα στο μέλλον. Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο δημοκρατικός χωρικός σχεδιασμός συνιστά καίριο ζητούμενο ως η κατεξοχήν διαδικασία που μπορεί να ενημερώνεται ταυτόχρονα και ολοκληρωμένα απ’ το στρατηγικό κι απ’ το τοπικό επίπεδο. Είναι αυτονόητο λοιπόν ότι σε μια τέτοια διαδικασία, η αυτοδιοίκηση κάθε βαθμού αλλά κι η κοινωνία στο σύνολό της έχουν και ρόλο και μέλλον. Κι η συμβολή τους είναι κρίσιμη, σήμερα περισσότερο από ποτέ τις τελευταίες δεκαετίες. Ανάλογα κρίσιμες γι’ αυτό το μέλλον είναι λοιπόν κι οι επικείμενες αυτοδιοικητικές εκλογές.

Η Μαρία Καλαντζοπούλου πολιτικός μηχανικός-χωροτάκτρια και υποψήφια δημοτική σύμβουλος με την Ανοιχτή Πόλη στο Δήμο Αθηναίων