Για τον δημόσιο χώρο που μας περιέχει

της Μαρίας Καλαντζοπούλου, δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα,11/05/2014

Μια τετραπλή συγκυρία βάζει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης για την Αθήνα τη λειτουργία της πόλης, τον δημόσιο χώρο της και τις παρεμβάσεις σ’ αυτόν:
– Οι ανάγκες και τα προβλήματα που αναδεικνύει οξύτερα ή επιτείνει η βαθιά κοινωνική και οικονομική κρίση,
– η προεκλογική περίοδος για τις αυτοδιοικητικές εκλογές και ο προγραμματικός λόγος που κυριαρχεί,
– η κυρίαρχη πια «άσκηση» επιλεξιμότητας των παρεμβάσεων που σχετίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη δημόσια συζήτηση με την αδιαφανή στο κοινό δυνατότητα δέσμευσης κονδυλίων από το τρέχον ΕΣΠΑ
– τα πρωτόφαντα (;) σχήματα προώθησης κρίσιμων πολεοδομικών παρεμβάσεων από ιδιώτες και ιδρύματα.

Η συζήτηση για την πόλη και τον δημόσιο χώρο είναι μεγάλη και συχνά χαοτική, ειδικά στο βαθμό που εστιάζεται σε ορισμένες μόνο διαστάσεις. Έχει ενδιαφέρον πάντως, γιατί, για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια, εκτός από αιτήματα ή προτάγματα για την πόλη, που συχνά παρουσιάζονται ως πολιτικά ουδέτερα, ως ένα αναμφισβήτητο «κοινό καλό», μπαίνει πλέον ανοιχτά στον δημόσιο διάλογο και με ένταση το ζήτημα του «σε ποιους ανήκει η πόλη» ή «ποιοι σχεδιάζουν για την πόλη» — ερωτήματα που επερωτούν με τη σειρά τους τα αιτήματαή τις προτάσειςπου διατυπώνονται.

Δημόσιος χώρος και πόλη. Θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε πως δημόσιος χώρος στην πόλη είναι αυτό που συγκροτεί τη συλλογική ζωή αλλά και το εκεί όπου εγγράφεται η τελευταία, εκεί όπου μπορούν να συνυπάρξουν γενιές, τάξεις, ενταγμένοι κι αποκλεισμένοι, άνθρωποι με διαφορετικές ευκαιρίες ή επιλογές. Όλοι αυτοί και αυτές νοηματοδοτούν και διεκδικούν τον δημόσιο χώρο. Το φάσμα αυτών των διεκδικήσεων μας οδηγεί στο επόμενο:

Το ποιοι και ποιες της πόλης. Αυτό καθαυτό το ερώτημα «σε ποιους ανήκει η πόλη» αναδεικνύει την πολυπλοκότητα της συνύπαρξης. Η πόλη «ανήκει» στην εξουσία ή στους εξουσιαζόμενους; Μπορεί καν να «ανήκει» κάπου; Κι είναι άραγε όλοι στην πόλη ίδιοι ως προς τις επιθυμίες, τις ανάγκες και τις προβολές που έχουν για τη ζωή τους σ’ αυτήν; Οι επίκαιρες συζητήσεις για την πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου λ.χ. είναι, απ’ αυτή την άποψη, αποκαλυπτικές: μεταξύ άλλων, ως προς το ποιοι μετέχουν σ’ αυτές (γιατί, φυσικά, δεν μετέχουν όλοι) και ως προς το γιατί υπερασπίζονται ή επικρίνουν την παρέμβαση. Μολονότι υπάρχουν κοινοί παρονομαστές, οι αποχρώσεις είναι ποικίλες και κυμαίνονται από το περιεχόμενο της πρότασης ή ίσως και μεμονωμένες όψεις του (λ.χ. το τραμ, το πράσινο, η κυκλοφορία) μέχρι ζητήματα που δεν σχετίζονται με το περιεχόμενο αλλά με τη συγκυρία της επιλογής, τους φορείς ή τις διαδικασίες της απόφασης (σχεδιασμού), προώθησης και υλοποίησης. Πράγμα που μας φέρνει στο επόμενο ερώτημα:

Τα υποκείμενα και το πώς του σχεδιασμού.Καίρια συζήτηση, στο βαθμό που ολοένα πυκνότερα τα τελευταία χρόνια το δημόσιο νομοθετεί (δηλαδή «σχεδιάζει») την παραίτησή του από το σχεδιασμό, εκχωρώντας την αρμοδιότητα σε ιδιώτες και όχι στην αυτοδιοίκηση. Απ’ το «ένα το κρατούμενο», δηλαδή το δημόσιο στο ρόλο του σχεδιαστή και τη διεκδίκηση δημοκρατίας από τα κάτω μέσω της αυτοδιοίκησης, περάσαμε σταδιακά στον εκφυλισμό της συμμετοχής στο σχεδιασμό μέσω της αυτοδιοίκησης ή της ίδιας της αυτοδιοίκησης, στη διάβρωσή της από τις πελατειακές σχέσεις, και καταλήξαμε η πρακτικά α-διαβούλευτη κοινωνία όλο και συχνότερα είτε να προσφεύγει στο ΣτΕ για να αποκαταστήσει τη νομιμότητα είτε να αναλαμβάνει να «αυτοεξυπηρετηθεί» παράγοντας μόνη της (έστω και αυθαίρετα) το χώρο που επιθυμεί.

Οι στόχοι και το νόημα. Πώς νοείται η «αναβάθμιση της ποιότητας ζωής»; Πώς νοείται η ποιότητα ζωής σε μια γειτονιά, όταν αφορά κάποιους και δεν αφορά κάποιους άλλους; Πώς νοείται η ποιότητα ζωής σε ένα τοπίο γενικευμένης ανασφάλειας, περιστολής των δικαιωμάτων ελεύθερης έκφρασης ή και ύπαρξης για κάποιους; (ακόμα και με τη βία, ακόμα και με πογκρόμ, όπως πολύ βάναυσα γνωρίσαμε στην Αθήνα). Πώς νοείται η ποιότητα ζωής στην πόλη, στο κοινό της πόλης που είναι ο δημόσιος χώρος της, σε συνθήκες φόβου και αποξένωσης;

Ποιος δημοσιολογών, «υποψήφιος» ή μη για την αυτοδιοίκηση, δεν θα μιλήσει για «ανάπτυξη», «κινητικότητα», «βιώσιμες γειτονιές», «ποιότητα ζωής»; Ποιος δεν θα μιλήσει για «ανάδειξη μνημείων» και «εμπλουτισμό του πράσινου»; Ποιος δεν θέλει «ζωντανές γειτονιές» και «ασφάλεια»; Έχουν όλα αυτά ίδιο νόημα και την ίδια προτεραιότητα για όλες τις κοινωνικές ομάδες; Τα εννοούν όλοι οι πολίτες, οι ειδικοί, οι δημοτικοί άρχοντες ή οι εκπρόσωποι της πολιτείας, με ταυτόσημο τρόπο;

Οι προτεραιότητες. Πέρα απ’ τις επιμέρους σημασιοδοτήσεις, το πλαίσιο της κρίσης τοποθετεί πιο επιτακτικά κάτι οργανικά συνδεδεμένο με τη διαδικασία σχεδιασμού και παρέμβασης στην πόλη: τις προτεραιότητες.

Μόνο που για να τις αξιολογήσουμε, θα πρέπει να συνομολογήσουμε κάποια πράγματα: Ότι τις δυνατότητες σε πόρους (δημόσιους και ιδιωτικούς) και σχεδιασμό του δήμου θα πρέπει να τις γνωρίζουν οι δημότες. Ότι το πρόκριμα για τις επιλογές των παρεμβάσεων πρέπει να είναι αντικείμενο συνεχούς διαπραγμάτευσης, ότι δηλαδή η δημοτική αρχή δεν έχει «λευκή επιταγή» για 4 ή 5 χρόνια, ιδιαίτερα δε στις εντατικά ρευστές συνθήκες της κρίσης. Ότι πριν εμπλακεί κανείς (δηλαδή ο δήμος ή το κράτος) στα μεγάλα και ακριβά έργα (όποια κι αν είναι αυτά), θα πρέπει να μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει καλύψει τα μικρά και φτηνά: από τον φωτισμό και την καθαριότητα μέχρι τα πεζοδρόμια, τις ράμπες, τη διευκόλυνση κίνησης των ΑΜΕΑ, το τοπικό πράσινο, τον αστικό εξοπλισμό της καθημερινότητας, τη φροντίδα σε όλες τις γειτονιές που ζουν και κινούνται οι άνθρωποι. Ότι δεν νοείται γυαλισμένο κέντρο με σκουπίδια στην «πίσω αυλή» του (δηλαδή στις πιο πυκνοκατοικημένες συνοικίες της Αθήνας). Ότι το στοίχημα της όποιας «ποιότητας ζωής», «αναβάθμισης» κ.ο.κ. δεν νοείται μόνο με πράσινο, σιντριβάνια και πεζόδρομους, δεν νοείται χωρίς κοινωνική συνοχή και ασφάλεια· και η κοινωνική συνοχή και η ασφάλεια δεν νοούνται χωρίς φροντίδα, ελευθερία και δικαιώματα στο χώρο. Ότι η κοινωνική συνοχή και η ασφάλεια είναι η απάντηση στο φόβο και την αποξένωση στην καθημερινότητά μας, κι αυτό όχι μόνο σήμερα στην κρίση, αλλά πάντα. Ότι όλα αυτά εγγράφονται και προδιαγράφουν το χώρο, είναι χώρος. Και μάλιστα είναι ο αυθεντικά δημόσιος χώρος που πρέπει να μας περιέχει, να τον φροντίζουμε και να τον διεκδικούμε.