Κοινωνική κατοικία: φιλανθρωπία ή δικαίωμα;

της Δήμητρας Σιατίτσα, δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα, 27/04/2014

Πρόγραμμα κοινωνικής κατοικίας για τους άστεγους: το ανακοίνωσε πομπωδώς ο πρωθυπουργός, πριν από λίγες μέρες, εξαγγέλλοντας τη λειτουργία ενός υπνωτηρίου 80 ατόμων στο κέντρο της Αθήνας. Το σοβαρότερο ζήτημα –πέρα από τον εμπαιγμό, την ασημαντότητα και τον προεκλογικό χαρακτήρα των εξαγγελιών– είναι ότι οι επιλογές προδιαγράφουν την πορεία που θα ακολουθήσει η όποια κοινωνική πολιτική κατοικίας. Καθώς διανύουμε μια περίοδο μετασχηματισμών και ρευστότητας, τα πρώτα βήματα, ιδιαίτερα σε ένα τόσο αδιαμόρφωτο πεδίο όπως η κοινωνική πολιτική κατοικίας και οι υπηρεσίες για αστέγους, είναι ιδιαίτερα σημαντικά, καθώς διαπλάθουν την αντίληψή μας και οριοθετούν τις κοινωνικές αξιώσεις για τον ρόλο του δημοσίου.

Όταν η φιλανθρωπία μετατρέπεται σε κοινωνική πολιτική του κράτους.

Τόσο στο αυτοδιοικητικό όσο και στο «κεντρικοπολιτικό» επίπεδο, εμπεδώνεται ένα μοντέλο και μια ρητορεία για θέματα κατοικίας που ανάγει τη φιλανθρωπία σε κρατική πολιτική, τους χορηγούς σε ρυθμιστές των κοινωνικών παροχών, ευτελίζοντας ταυτόχρονα τους όρους του σχεδιασμού και της εφαρμογής της κοινωνικής πολιτικής. Είναι ξεκάθαρο σε όσους ασχολούνται με τα ζητήματα στέγης, ότι στην παρούσα προεκλογική περίοδο οι κυβερνώντες ενδιαφέρονται μόνο για επικοινωνιακά αξιοποιήσιμες εξαγγελίες, που δεν λαμβάνουν υπόψη τους την εμπειρία των υπηρεσιών και των οργανώσεων. Χωρίς να επενδύουν στις θεσμικές αλλαγές, τις μακροπρόθεσμες δομές και τους μηχανισμούς που απαιτούνται, εισάγουν στην ελληνική πραγματικότητα ένα ξεπερασμένο και αναποτελεσματικό μοντέλο διαχείρισης του ζητήματος των αστέγων.

Η πολιτική αυτή δεν κατοχυρώνει δικαιώματα, αλλά κατά περίπτωση, και κυρίως ανάλογα με τη διαθεσιμότητα της ιδιωτικής χρηματοδότησης, διανέμει παροχές και ευεργετήματα. Αυτό τείνει να κυριαρχήσει και σε ευρωπαϊκό επίπεδο: «οι αγορές» γίνονται ρυθμιστής της πολιτικής απαιτώντας μεγαλύτερες ελευθερίες και στον τομέα της κατοικίας, η δημόσια χρηματοδότηση για κοινωνική πολιτική περιορίζεται, οι χορηγοί και τα διεθνή φιλανθρωπικά ιδρύματα μετατρέπονται σε εγγυητές της βιωσιμότητας του κοινωνικού κράτους. Κάτι τέτοιο, όπως δείχνει η παγκόσμια εμπειρία, εκτός από ένδειξη κατάργησης του κοινωνικού κράτους και των δημοκρατικών θεσμών, συνιστά επισφαλή συνθήκη στον βαθμό που εξυπηρετεί τις προτεραιότητες των χορηγών, συχνά έναντι άλλων ανταλλαγμάτων και, σίγουρα, δεν υποκαθιστά την (απούσα) πολιτική συνολικότερης προστασίας.

Επιχειρείται παράλληλα και μια άκρως επικίνδυνη ιδεολογική πλαισίωση της αποκένωσης των δικαιωμάτων και της κατάργησης της κοινωνικής προστασίας, με τη χρήση μιας διαχωριστικής και ρατσιστικής ρητορικής. Η διστύπωση «νεο-άστεγοι»(και μάλιστα Έλληνες), που χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως αναλυτική κατηγορία για να περιγράψει τις τάσεις εκπτώχευσης μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, οδηγεί σε κοινωνικό ανταγωνισμό για τους ελάχιστους πόρους και παροχές. Νομιμοποιούνται έτσι προσδοκίες, αλλά και η διοχέτευση πόρων, στην «ελληνική οικογένεια», ενώ παραμένουν στην αφάνεια οι υπόλοιπες αποκλεισμένες ομάδες ως μη επιλέξιμες, προκαλώντας διαιρέσεις στους «από κάτω».

Οι όροι και τα εργαλεία πολιτικής έχουν σημασία

Στον κυρίαρχο λόγο παρακολουθούμε επίσης τη διαστρέβλωση των νοημάτων. Σήμερα, στις περισσότερες χώρες τις Ευρώπης, κοινωνική κατοικία ονομάζεται ο τομέας της αγοράς κατοικίας που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο μη κερδοσκοπικό τομέα και διατίθεται με κοινωνικό ενοίκιο σε δικαιούχους που δεν μπορούν να καλύψουν τις στεγαστικές τους ανάγκες μέσω της αγοράς. Συνολικότερα, η κοινωνική πολιτική κατοικίας αποτελεί ένα πλέγμα προγραμμάτων για την κάλυψη διαφοροποιημένων αναγκών του πληθυσμού, με κύρια εργαλεία το δημόσιο οικιστικό απόθεμα, την επιδότηση ενοικίου και τον έλεγχο της λειτουργίας της αγοράς.

Από την άλλη, η πολιτική για τους άστεγους έχει στόχο την ανάπτυξη κοινωνικών υπηρεσιών και δομών για την αντιμετώπιση των ακραίων περιπτώσεων στεγαστικού και πολύπλευρου κοινωνικού αποκλεισμού. Αποτελεί έναν διακριτό, αν και συμπληρωματικό, τομέα πολιτικής ο οποίος αναπτύχθηκε ως απάντηση στα εντεινόμενα φαινόμενα φτώχειας και αποστέρησης, που παρήγαγε η κατάργηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, η πλήρης εκχώρηση της παραγωγής κατοικίας στην ιδιωτική αγορά, και ο περιορισμός της δημόσιας παρέμβασης στις πιο ακραίες περιπτώσεις.

O καθ’ ημάς νεολογισμός «κοινωνική κατοικία για άστεγους», μια υβριδική ορολογία που δεν αντιστοιχεί σε καμία από τις τυπολογίες που χρησιμοποιούνται σήμερα στην Ευρώπη, είναι εξαιρετικά βολικός ώστε να καλύψει την απουσία πολιτικών και στις δύο κατευθύνσεις.

Αντίθετα, η γεφύρωση των πολιτικών κοινωνικής κατοικίας με τις υπηρεσίες για αστέγους –όταν υπάρχουν– αποτελεί πάγιο αίτημα ειδικών και κοινωνικών οργανώσεων, και σε κεντρικό ευρωπαϊκό επίπεδο. Μάλιστα, σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες μελέτες, τα ενδιάμεσα στάδια επισφαλούς, μερικής και μη αξιοπρεπούς στέγασης όπως τα υπνωτήρια, οι ξενώνες και οι προσωρινές μονάδες πρέπει να περιοριστούν, καθώς έχει αποδειχθεί ότι στην ουσία ανακυκλώνουν τον αποκλεισμό. Η περιορισμένη μέχρι σήμερα ανάπτυξη τέτοιων δομών στην Ελλάδα, και η ύπαρξη πολλών άδειων και κλειστών κτιρίων και διαμερισμάτων, αποτελεί ευκαιρία για να περάσουμε κατευθείαν σε πολιτικές που προλαμβάνουν την απώλεια της στέγης και προγράμματα άμεσης πρόσβασης σε σταθερή κατοικία, με την παροχή ενός κατάλληλου οικονομικού, προνοιακού και υποστηρικτικού πλαισίου.

Διεκδικώντας το δικαίωμα στην κατοικία.

Οι κοινωνικές στεγαστικές πολιτικές αναπτύχθηκαν πολύ λίγο στην Ελλάδα. Μέχρι και σήμερα η πρόσβαση στην κατοικία γίνεται σχεδόν αποκλειστικά μέσω της αγοράς με τη σημαντική υποστήριξη της οικογένειας, με όλο και πιο δύσκολους και άνισους όρους, με εντεινόμενη εξάρτηση από τον δανεισμό και αποκλεισμό περισσότερων ομάδων. Η απουσία πολιτικών και η αντιμετώπιση των στεγαστικών αναγκών μέσω της αγοράς και με πολιτικές στήριξης της κατασκευής, είχε ως αποτέλεσμα η δημόσια παρέμβαση στον τομέα της κατοικίας να βρίσκεται εκτός δημόσιας συζήτησης, σε μεγάλο βαθμό και από την Αριστερά. Από την άλλη, η περίοδος της κρίσης απέδειξε πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος του κράτους ως εγγυητή των όρων λειτουργίας της αγοράς κατοικίας. Το ζήτημα της στέγης απαιτεί την ανάπτυξη δημόσιων πολιτικών, χωρίς όμως να είναι ξεκάθαρο ποιες θα είναι αυτές.

Μπορούμε να αντλήσουμε έμπνευση από πολλά ευρωπαϊκά κινήματα: Στην Ισπανία το κίνημα ενάντια στις κατασχέσεις και τις εξώσεις διεκδικεί κοινωνικό ενοίκιο και αύξηση του αποθέματος κοινωνικών κατοικιών ως μόνιμες λύσεις στεγαστικής αποκατάστασης για τα νοικοκυριά που χάνουν την κατοικία τους και όσα δεν μπορούν να καλύψουν το κόστος, τους άστεγους, τους επισφαλώς εργαζόμενους, τους άνεργους, τους νέους, τους ηλικιωμένους, τους μετανάστες. Στην Ρώμη, οι δυναμικές κινητοποιήσεις ενάντια στις πολιτικές λιτότητας, διεκδικούν, μαζί με την εργασιακή ασφάλεια, κοινωνική κατοικία. Στο Βερολίνο το κίνημα ενοικιαστών ενάντια στις εξώσεις απαιτεί την προστασία των δικαιωμάτων των κατοίκων απέναντι στις αυθαιρεσίες των κερδοσκόπων επενδυτών και την επαναφορά ενός ανεπτυγμένου πλαισίου κοινωνικής κατοικίας και προστασίας του δικαιώματος στη στέγη και την πόλη.

Θα διεκδικήσουμε λοιπόν κοινωνική κατοικία, πλαίσιο προστασίας και δικαιώματα ή θα αρκεστούμε σε πολιτικές ανακύκλωσης της φτώχειας, πελατειακές σχέσεις εξάρτησης με μοντέρνο περιτύλιγμα μέσα από ξεπερασμένες παροχές προσωρινής στέγασης;

Τα δικαιώματα δεν χαρίζονται αλλά κατοχυρώνονται μέσα από τη διεκδίκησή τους, ενώ οι όροι και οι τρόποι πραγμάτωσής τους είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων συνθηκών και συσχετισμών δύναμης. Και ενώ το δικαίωμα στην κατοικία είναι κατοχυρωμένο στο Σύνταγμα από το 1975, πρέπει να συμφωνήσουμε σαν κοινωνία ότι η πραγμάτωση αυτών των αρχών αποτελεί προτεραιότητα. Κάτι τέτοιο απαιτεί την επερώτηση και μια συνολική επαναδιαπραγμάτευση των διαμορφωμένων όρων πρόσβασης στην κατοικία σε σχέση, για παράδειγμα, με την ιδιοκατοίκηση και την ιδιοκτησία, τον ρόλο του κράτους και της οικογένειας. Δεν υπάρχουν έτοιμες απαντήσεις, αλλά καμία πολιτική δεν θα είναι ριζοσπαστική και αποτελεσματική αν δεν προέρχεται από επεξεργασίες που θα γίνουν στο πλαίσιο της κοινωνίας και των κινημάτων.

 Η Δήμητρα Σιατίτσα είναι αρχιτέκτονας, υποψήφια διδάκτωρ ΕΜΠ.