Το πρώην αεροδρόμιο Ελληνικού και τα στοιχήματα για την Αριστερά

της Φερενίκης Βαταβάλη, δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα 01/03/2014

Δεν είναι είδηση ότι η ιδιωτικοποίηση του Ελληνικού βρίσκεται σε εξέλιξη, ότι κυβέρνηση και ΤΑΙΠΕΔ βιάζονται να την ολοκληρώσουν τάχιστα, δίνοντας γη και ύδωρ στους επενδυτές. Ούτε ότι, αν προχωρήσει η ιδιωτικοποίηση, θα δημιουργηθεί ένα τεράστιο οικιστικό συγκρότημα μικτών χρήσεων που θα αποτελεί θύλακα πολυτελείας για λίγους. Γνωστά είναι επίσης και όλα τα επιχειρήματα υπέρ της ιδιωτικοποίησης: η «συμβολή στην αύξηση του ΑΕΠ», η «δημιουργία χιλιάδων νέων θέσεων εργασίας», η «βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της Αθήνας» κ.ο.κ. Όπως γνωστό είναι ότι, από τα διεθνή επενδυτικά σχήματα που τάχα διαγκωνίζονται για να αποκτήσουν το μεγαλύτερο φιλέτο της Μεσογείου, μόνο ένας εγχώριος επιχειρηματικός όμιλος ενδιαφέρεται, και μάλιστα για να κατασκευάσει δύο ή τρία συγκεκριμένα κτίρια μόνο από το συνολικό master-plan που θα παρουσιάσει.

Τι συμβαίνει όμως στην άλλη πλευρά, στο στρατόπεδο όσων αντιτίθενται στην ιδιωτικοποίηση; Ποια είναι τα επιχειρήματα και οι προτάσεις, ποια στρατηγική υιοθετείται;

Οι φωνές που αντιτίθενται στην τρέχουσα διαδικασία ιδιωτικοποίησης του Ελληνικού συγκλίνουν στα προβλήματα της διαδικασίας, στην αδιαφάνεια, στο εξευτελιστικό τίμημα, στις δυσμενείς αναλογίες δομημένου και αδόμητου χώρου που προβλέπονται και στον αποκλεισμό της τοπικής κοινωνίας από το έργο, ενώ μοιράζονται την απορία τι απέγινε τελικά το πολυσυζητημένο Μητροπολιτικό Πάρκο.

Αυτό που μοιάζει ωστόσο θολό –και μάλιστα εντός της Αριστεράς– είναι η «άλλη πρόταση» για το Ελληνικό, και ιδιαίτερα το τι θα γίνει αν κλείσει η συμφωνία με τους επενδυτές.

Σταθερό σημείο αναφοράς, που ωστόσο δεν είναι ευρέως γνωστό λόγω της σκόπιμης παραπληροφόρησης των κυρίαρχων ΜΜΕ προς όφελος των μεγάλων κατασκευαστικών και κτηματομεσιτικών συμφερόντων, είναι η κατατεθειμένη πρόταση για τη δημιουργία Μητροπολιτικού Πάρκου, που έχει διαμορφωθεί με ανοιχτές διαδικασίες συμμετοχής και διαβούλευσης και υποστηρίζουν εδώ και χρόνια η αυτοδιοίκηση, επιστημονικοί φορείς, περιβαλλοντικές οργανώσεις και κινήματα πολιτών. Σύμφωνα μ’ αυτή, το Ελληνικό δεν μετατρέπεται σε μια αμιγώς «δασική» έκταση –όπως συστηματικά ψευδώς έχει λεχθεί–, αλλά περιλαμβάνει, εκτός από ζώνες πρασίνου, δεκάδες –υφιστάμενες και νέες– χρήσεις δημόσιου συμφέροντος (πολιτισμού, αθλητισμού, διοίκησης, κοινωνικής πρόνοιας, εκπαίδευσης και έρευνας) και σε μικρότερο βαθμό ιδιωτικού (εμπόριο και αναψυχή τοπικού χαρακτήρα). Όλα αυτά είναι χωροθετημένα ακριβώς, βάσει ενός «άλλου» master-plan σε 241 υφιστάμενα κτίρια συνολικής επιφάνειας 370.000 τ.μ. Η «εκμετάλλευση» κάποιων από αυτά (ολυμπιακή μαρίνα, συνεδριακό-εκθεσιακό κέντρο, σλάλομ κ.ά.), μπορεί να αποφέρει σημαντικά έσοδα, που θα συμβάλουν στη δημιουργία και συντήρηση του πάρκου. Αντίθετα, η προωθούμενη πρόταση εκποίησης θα αποφέρει τεράστια κέρδη στους επενδυτές, χωρίς να είναι σαφές ούτε πόσο θα κοστίσει στο δημόσιο ούτε τι είδους ανάπτυξη θα δημιουργήσει.

Έχουμε λοιπόν ένα καθ’ όλα αμφισβητούμενο σενάριο οικονομικής ωφέλειας για το δημόσιο από την προωθούμενη ιδιωτικοποίηση που μεταφράζεται σε ξεπούλημα της έκτασης για 500 εκατ. ευρώ (αντί των 5 δισ. που μας έλεγαν μόλις πριν τρία χρόνια), απώλεια πολύτιμων κτιριακών υποδομών (κάποιες από τις χρυσοπληρωμένες των Ολυμπιακών Αγώνων), αλλά και επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού με κόστος περί τα 2,5 δισ. για τα αναγκαία συνοδά έργα για την «επένδυση» και μετεγκατάσταση δεκάδων δημόσιων φορέων που στεγάζονται σήμερα εντός της έκτασης. Έχουμε επίσης ένα αμφισβητούμενο σενάριο «ανάπτυξης», που μεταφράζεται σε ευκαιριακή απασχόληση κυρίως στη φάση κατασκευής, οριστική ιδιοποίηση από ένα ιδιωτικό επενδυτικό σχήμα μιας πολύτιμης από κάθε άποψη δημόσιας έκτασης, δημιουργία ενός πόλου που θα απονευρώσει περαιτέρω το κέντρο της πόλης, αλλά και τις εμπορικές περιοχές της νότιας Αθήνας (με ανάλογη απώλεια θέσεων εργασίας) και διαμόρφωση μιας αποκομμένης νησίδας πολυτέλειας και τζόγου, με αναπτυξιακό έμβλημα το πολυσυζητημένο καζίνο.

Στον αντίποδα, απορρίπτεται ως «αντιαναπτυξιακή» ή «ανεδαφική» η κατά πολύ οικονομικότερη πρόταση για το Μητροπολιτικό Πάρκο που υπερασπίζεται τον δημόσιο χαρακτήρα της έκτασης, διατηρεί τις υφιστάμενες και δημιουργεί και νέες θέσεις εργασίας, αξιοποιεί τις δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές. Απορρίπτεται για ένα κυρίως «μειονέκτημά» της: αποκλείει τους μεγάλους παίκτες της εγχώριας και διεθνούς κτηματαγοράς.

Ο δημόσιος διάλογος που αναπτύσσεται πρόσφατα, εντός του στρατοπέδου των «διαφωνούντων», χαρακτηρίζεται από μεγάλο εύρος προσεγγίσεων για τη σχέση δημόσιου και ιδιωτικού, το είδος της αξιοποίησης της έκτασης και τις ανάγκες που προκύπτουν, μέσα και πέρα από την κρίση, θέτοντας υπό αμφισβήτηση κεκτημένα και διεκδικήσεις πολλών δεκαετιών. Αναδεικνύονται, έτσι, καίρια ερωτήματα, η απάντηση στα οποία δεν αποτελεί μια θέση ανάμεσα σε άλλες, αλλά στίγμα πολιτικής:

Πώς ιεραρχούνται οι ανάγκες των κατοίκων; Σήμερα προβάλλεται ως βασική ανάγκη για τους κατοίκους της Αθήνας (και συνολικά της χώρας) η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Την ίδια στιγμή υποβαθμίζονται άλλες θεμελιώδεις ανάγκες, που έχουν να κάνουν με την καθημερινή ζωή, την ποιότητα του αστικού χώρου, την προστασία των φυσικών πόρων, τη χαρά μέσα στην πόλη. Η μερική ή συνολική «αξιοποίηση» του Ελληνικού από τον ιδιωτικό τομέα ως απάντηση στο ζήτημα της ανεργίας και της ανάπτυξης μοιάζει όχι μόνο αποσπασματική, αλλά και έωλη. Η επανιεράρχηση των προτεραιοτήτων για την Αθήνα και τους κατοίκους της, μαζί και για το Ελληνικό, δίνοντας έμφαση σε στοιχεία που θα επιτρέψουν να ανθήσουν διαφορετικές ποιότητες κοινωνικής ζωής και δράσης αποτελεί βασικό στοίχημα για μια άλλη διακυβέρνηση του τόπου. Υπ’ αυτό το πρίσμα, είναι απαραίτητο το Ελληνικό να παραμείνει σε δημόσιο έλεγχο και να αποτελεί κυρίως κοινόχρηστο χώρο ανοιχτό σε όλους, με πολυλειτουργικό χαρακτήρα (όπως είναι και σήμερα), σε συνάρτηση πάντα με τις κοινωνικές και οικολογικές ανάγκες σε τοπικό και μητροπολιτικό επίπεδο.

Ποιο είναι το επιδιωκόμενο μοντέλο ανάπτυξης; Πώς συγκροτείται ένα όραμα για την Αθήνα, και κυρίως τι ρόλο έχει σε αυτό η γη; Η εκμετάλλευση της γης, ιδιαίτερα της αστικής, αποτελεί προνομιακό πεδίο για το κεφάλαιο, συνδέεται με οριοθετήσεις κοινών πόρων, γεννά αποκλεισμούς και ανισότητες. Η συνολική ή μερική εκμετάλλευση, από ιδιωτικά επιχειρηματικά συμφέροντα, μιας έκτασης γης μητροπολιτικής σημασίας που αποτελεί περιουσία του δημοσίου, κινείται σε αυτή ακριβώς την κατεύθυνση. Αντίθετα, η αποσύνδεσή της από σχεδιασμούς που αντιμετωπίζουν τη γη ως εμπόρευμα και η εμβάθυνση σε προτάσεις που δίνουν έμφαση σε κοινωνικές ανάγκες και οικολογικές απαιτήσεις, όπως συμβαίνει στην πρόταση για το Μητροπολιτικό Πάρκο, μπορούν να δώσουν άλλο πρόσημο στην «ανάπτυξη», αναβαθμίζοντας συνολικά την ποιότητα ζωής, αλλά και την ελκυστικότητα της πρωτεύουσας. Να το πούμε απλά: η διασφάλιση της ποιότητας του αστικού περιβάλλοντος της Αθήνας γενικά, αλλά και ειδικά του δημόσιου χώρου –με το Ελληνικό να μπορεί να αναδειχθεί σε καταλύτη προς αυτή την κατεύθυνση– είναι αυτή καθαυτή ανάπτυξη, και μάλιστα για όλους.

Τι στάση θα κρατήσουν την «επόμενη μέρα» οι κοινωνικές δυνάμεις και τα κόμματα που διαφωνούν σήμερα με τις ιδιωτικοποιήσεις; Εδώ δεν υπάρχουν πολλές απαντήσεις. Υπάρχει ο δρόμος της αποδοχής των «τετελεσμένων» και ο δρόμος της ρήξης. Και σε αυτό το ερώτημα, η επικείμενη ιδιωτικοποίηση του Ελληνικού προβλέπεται να είναι αποκαλυπτική…