Να αποκαταστήσουμε το χωρικό σχεδιασμό: κοινωνική ανταποδοτικότητα αντί της κερδοσκοπίας

της Μαρίας Καλατζοπούλου, δημοσιεύτηκε στις Οικοτριβές 29/09/2013

Ο χώρος, η γη, βρίσκεται πρόδηλα στο επίκεντρο διαπραγμάτευσης της κρίσης. Με τον ίδιο τρόπο που προέβαλε ως «μοχλός» ή προνομιακό πεδίο στα αναπτυξιακά μοντέλα που ακολουθήθηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες, σχεδόν αδιάπτωτα σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο.

Μια ιστορική αναδρομή

Με αφετηρία τα αναγκαία έργα αποκατάστασης των καταστροφών του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, διανύσαμε διαδοχικά σχεδόν (σχηματοποιώ χάριν ευκολίας) την περίοδο των «μεγάλων έργων» Καραμανλή (δημόσια κτίρια, εθνικές οδοί κ.ά.), την περίοδο της αντιπαροχής – ενός συστήματος αυτοστέγασης με εκμετάλλευση καθ’ ύψος που απάντησε στις ανάγκες, διόγκωσε τον κατασκευαστικό τομέα (ιδιαίτερα μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις) και άλλαξε οριστικά το προπολεμικό αστικό τοπίο. Συνεχίσαμε με περισσότερο «καθ’ ύψος», τουριστική – οικιστική ανάπτυξη «εκτός σχεδίου» μεταφορικά και κυριολεκτικά, πολλαπλασιασμό των αυθαίρετων χρήσεων, και κατασκευών. Η κάμψη του ρεύματος αστυφιλίας στη δεκαετία του 80 και οι τάσεις διάχυσης της αστικοποίησης σε μικρότερες πόλεις και προάστια συνδέεται με μια σύντομη αλλά κρίσιμη περίοδο αναστοχασμού και κυρίως προσπάθειας εξορθολογισμού δόμησης και σχεδιασμού στην κατεύθυνση ελέγχου και συγκράτησης της οικιστικής ανάπτυξης, περιβαλλοντικής προστασίας, υπεράσπισης της ιστορικής μνήμης (κήρυξη διατηρητέων κτιρίων και συνόλων).

Σειρά έχουν τα νέα «μεγάλα έργα» εντός – εκτός σχεδίου και εντός – εκτός σχεδιασμού που υποστήριξαν οι κοινοτικές χρηματοδοτήσεις. Ο όποιος ισχύων σχεδιασμός παρακάμπτεται, υπονομεύεται ή στην ανάγκη τροποποιείται κατάλληλα ώστε να «χωρέσει»το ασχεδίαστο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού (και λίγο αργότερα το ασχεδίαστο πρόγραμμα διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων εκ των εν όντων και εκεί και ως έτυχε). Παράλληλα, η οικιστική επέκταση εκτός σχεδίου και σχεδιασμού με αυθαίρετα κάθε κλίμακας και είδους συνεχίζεται, ειδικά στις ευρύτερες περιοχές των «μεγάλων έργων» (κυρίως μεταφορών) όπου η σπέκουλα στην προβλέψιμη άνοδο της τιμής της γης είναι ασφαλέστερη.

Σήμερα

Οι παραμονές της σημερινής κρίσης μας βρίσκουν με ένα σύστημα σχεδιασμού, ελέγχου ή προστασίας του χώρου, εκτεθειμένο στην συνείδηση των πολλών (ειδικών και μη) ως «αναποτελεσματικό», «δαιδαλώδες», διάτρητο από «παραθυράκια» κλπ.

Με ένα σύστημα σχεδιασμού πολεοδομικού, χωροταξικού και περιβαλλοντικού χωρίς εσωτερική συνοχή, το οποίο συχνά χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, πρωθύστερα, και ανεπικαιρότητα.

Μας βρίσκουν με ένα τοπίο κατακερματισμένης εξωαστικής (κυρίως εκτός σχεδίου) γης που δεν μοιάζει να υπακούει στη «ρύθμιση» (λ.χ. των ΖΟΕ όπου τυχόν αυτές έχουν θεσμοθετηθεί), με ένα τοπίο παλαιωμένου και υποβαθμισμένου κτιριακού δυναμικού (αξιόλογου και μη) ειδικά στα κέντρα των μεγάλων πόλεων, με ένα τοπίο οικιστικών επεκτάσεων ή σχετικών πιέσεων που μας έχει κληροδοτήσει λ.χ. εκατοντάδες χιλιάδες αδιάθετα νεόδμητα τετραγωνικά μόνο στην Αττική και χιλιάδες κατεστραμμένες εκτάσεις από εμπρησμούς στις πιο διαφιλονικούμενες περιοχές (και εδώ, η Αττική δεσπόζει).

Μας βρίσκει ωστόσο αντιμέτωπους και με μια σειρά από νέα ή αναζωπυρωμένα λόμπυ εκμετάλλευσης, ιδιαίτερα της εξωαστικής γης. Στα νέα λόμπυ θα μπορούσε κανείς να δει λ.χ. τους ενδιαφερόμενους για ενεργειακές υποδομές (ΑΠΕ, φωτοβολταϊκά, ενεργειακά κοιτάσματα κλπ), για τουριστικές υποδομές μεγάλης κλίμακας (π.χ. σύνθετα τουριστικά καταλύματα), για τουριστικούς λιμένες, κ.ά. Στα παλιά λόμπυ θα μπορούσε κανείς να κατατάξει τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς, τους συλλόγους αυθαίρετων οικιστών, αλλά και τους εγχώριους εργολάβους κάθε κλίμακας.

Μας βρίσκει, τέλος, με ορισμένες κρίσιμες ιδιαιτερότητες: αξιοσημείωτο (για τα ευρωπαϊκά δεδομένα) ποσοστό μικροϊδιοκτησίας και σοβαρά θεσμικά – αναπτυξιακά ελλείμματα που συνιστούν η (μέχρι και σήμερα) έλλειψη κτηματολογίου για τη δημόσια και ιδιωτική περιουσία και για τις δασικές εκτάσεις και η έλλειψη αποτελεσματικής περιβαλλοντικής πολιτικής και προστασίας. Κι ας μην παραλειφθεί και η παλαιόθεν παγιωμένη και εσκεμμένη έλλειψη συντονισμού επιμέρους σχεδιασμών με σαφές χωρικό αντίκρυσμα μεταξύ επιμέρους υπουργείων καθώς και, εξίσου συχνά, η έλλειψη χωρικής διάστασης (παραγνώριση δηλαδή επιμέρους χωρικών ποιοτήτων και χαρακτηριστικών για τις περιοχές αναφοράς) σε αναπτυξιακούς ή άλλους σχεδιασμούς υπουργείων μη εντεταλμένων στα θέματα του χώρου.

Θα περίμενε κανείς, στο πλαίσιο μιας βαθειάς ύφεσης, που αντανακλάται πολλαπλά στα ζητήματα παραγωγής του χώρου (κρίση του κατασκευαστικού τομέα, νεοάστεγοι, περιβαλλοντική υποβάθμιση, κ.ο.κ.) να αναδεικνυόταν εκ νέου ο χώρος, η γη, η φύση ακόμα, ως πολύτιμος πόρος προς υπεράσπιση εξίσου για τις κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές ανάγκες που δημιουργεί ή οξύνει η κρίση. Αντ’ αυτού, ο χώρος ανάγεται σε «αντάλλαγμα» για την αποπληρωμή του χρέους, χύδην, καταλλήλως ασχεδίαστα και ολωσδιόλου στοχευμένα – φωτογραφικά σχεδόν (σε ότι αφορά τη δημόσια γη) και με ανοιχτά αρπακτικό τρόπο σε ότι αφορά την ιδιωτική περιουσία (άμεση και έμμεση φορολογία ακίνητης περιουσίας εις βάρος κυρίως των μικροϊδιοκτητών, προσεχώς και πλειστηριασμοί με εμπροσθοφυλακή τις «ζορισμένες» τράπεζες).

Η επίθεση στο χώρο είναι ολομέτωπη

Το θεσμικό πλαίσιο αναμορφώνεται αδέξια μεν, με εργώδεις ρυθμούς δε για να την διευκολύνει. Η νομοθεσία και οι δομές προστασίας, ιδιαίτερα των περιβαλλοντικά κρίσιμων περιοχών αποδυναμώνονται απροσχημάτιστα  ώστε «ν’ ανοίξει ο δρόμος να περάσει η ανάπτυξη». Ο σχεδιασμός κάθε είδους και επιπέδου χλευάζεται πρακτικά με την δια νόμου κατίσχυση οιουδήποτε ιδιωτικού επενδυτικού σχεδίου (ΕΣΧΑΣΕ  ή ΕΣΧΑΔΑ ανάλογα αν πρόκειται για ιδιωτική ή δημόσια έκταση) έναντι οποιουδήποτε σημερινού ή μελλοντικού σχεδιασμού. Κι αυτό (προφανώς) σε συνθήκες απουσίας κοινωνικού ελέγχου. Με απλή υπουργική υπογραφή. Η αυθαιρεσία επιβραβεύεται στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον και αντιμετωπίζεται πάλι με νομοθετήματα – τιμοκαταλόγους «τακτοποίησης» ή και οριστικής νομιμοποίησης αδιακρίτως του ποιος και κατά πόσο την χρειάζεται (σε συνθήκες κρίσης).

Απέναντι στα αυθαίρετα, το μόνο που ζητείται, είναι να πληρώσουν «και να τελειώνουμε». Η νομιμοποίησή τους στερείται οιουδήποτε κριτηρίου (πέραν της κωδικοποίησης του μεγέθους και της «παλαιότητας» της αυθαιρεσίας) και, ομοίως, χλευάζει όχι μόνο τον σχεδιασμό των υπόψη περιοχών (ΓΠΣ, ΖΟΕ κλπ) αλλά και το ίδιο το Σύνταγμα (βλ. τις διαδοχικές βάσιμες προσφυγές περί της συνταγματικότητας των νομοθετημάτων αυτών).

Οι κατ’ εξαίρεση επιτρεπόμενες χρήσεις στις εκτός σχεδίου περιοχές όπως κι αν είναι χαρακτηρισμένες (δασικές, αγροτικές, υψηλής παραγωγικότητας, αιγιαλοί, τουριστικές, ιστορικοί τόποι κλπ), πολλαπλασιάζονται και διαχέονται σε μια ασύστατη πλειάδα νόμων, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα τόσο την καταστρατήγηση των όρων ανάπτυξης και προστασίας των περιοχών αυτών, όσο και την κληροδότηση, κάθε μέρα που περνά, ενός εφιαλτικά πιο πολυδαίδαλου θεσμικού πλαισίου, ευεπίφορου σε κατάλληλα «διασταλτικές» ερμηνείες (έναντι και του όποιου μελλοντικού ΣτΕ).

Οσο για τους μηχανισμούς ελέγχου, και δη εκ μέρους του δημοσίου, αυτοί διαλύονται με σύστημα και «εξορθολογίζονται» με στερεότυπο αιτιολογικό σκεπτικό περί του «πόσο συντομεύονται οι διαδικασίες», πόσο απλώς γνωμοδοτικός γίνεται ο ρόλος των όποιων ελεγκτικών επιτροπών και πόσο «δύναται» και όχι «υποχρεούται» ο εκάστοτε ελεγκτής να κάνει τη δουλειά του.

Προς ένα α-χωρικό σχεδιασμό;

Επαγωγικά μιλώντας, δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι στρώνεται με επιλεκτική λεπτομέρεια, φωτογραφική για τις «πιο ώριμες» περιοχές ο θεσμικός δρόμος καταστρατήγησης των όρων ανάπτυξης και προστασίας που τυχόν ισχύουν με νόμους και α-χωρικά – τομεακά και ασορτί χωροταξικά «πλαίσια» (όπως το πρόσφατο περί Τουρισμού), σε απουσία ή ερήμην του εθνικού και των περιφερειακών χωροταξικών σχεδίων, σε απουσία ουσιαστικής γνώσης παραμέτρων κοινωνικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών για τις επιμέρους περιοχές (αφού δεν υπάρχει υπηρεσία που να τις καταγράφει και να τις συλλέγει) και μάλιστα σε μια περίοδο δυναμικού μετασχηματισμού ακριβώς εξαιτίας της κρίσης, σε απουσία κωδικοποιημένης διάκρισης περιουσιών ιδιωτών και δημοσίου και δη των προστατευόμενων δασικών περιοχών (κτηματολόγιο, δασολόγιο). Σε ό,τι αφορά το τελευταίο και ανεξάρτητα από την κριτική που μπορεί κανείς να κάνει στον πρόσφατο νόμο 4164/2013 για την εκχώρηση της σχετικής αρμοδιότητας από το δημόσιο σε μία Α.Ε., για την θεσμοθέτηση της χαμηλής ποιότητας των μελετών κτηματογράφησης (μόνο κριτήριο επιλογής, αυτό του μειοδότη) κ.ά., αξίζει να ειπωθεί πως ακόμα και ο μαξιμαλιστικά αισιόδοξος χρονικός ορίζοντας του 2020 για την ολοκλήρωσή του δεν εγγυάται προφανώς τίποτα για το μεσοδιάστημα της μάλλον βολικής του απουσίας σε σχέση με την επιχειρούμενη «ανάπτυξη».

Τέλος, με πρόσχημα την «αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα» ή τις επιταγές της τρόικας για απολύσεις, δεν είναι τυχαία η ανακατανομή αρμοδιοτήτων στα ζητήματα χώρου και περιβάλλοντος σε μια κατεύθυνση αποδυνάμωσης του φερώνυμου σχετικού υπουργείου υπέρ της ενίσχυσης των αρμοδιοτήτων ενός άλλου υπουργείου που ασχολείται α-χωρικά με την όποια «ανάπτυξη».

Η επιστημονική κοινότητα αλλά και η κοινωνία στον «κόσμο» στον οποίο ανήκουμε έχει σε γενικές γραμμές γαλουχηθεί με την προσδοκία μιας πολιτείας που σχεδιάζει για το «κοινό καλό», αυτό που εγγυάται την ισονομία, την προστασία των δικαιωμάτων των πολλών, του περιβάλλοντος, ακόμα και της περιουσίας. Αυτό αντανακλάται άλλωστε και στο Σύνταγμά μας και τις σχετικές υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτό. Αυτό το «κοινό καλό» ήταν κι είναι ακόμα περισσότερο σήμερα, στη δυστοπία της κρίσης, η ανακούφιση των συχνά άμεσων και πιεστικών αναγκών των ανθρώπων, κοινωνικών και οικονομικών (εργασία, κατοικία, εισόδημα, ποιότητα ζωής) σε συνδυασμό με την προστασία του περιβάλλοντος (φυσικοί πόροι, βιοποικιλότητα, τοπίο κ.ο.κ.) για τις επόμενες γενιές.

Η εξωαστική, αλλά και η αστική γη και υποδομές είναι δυνάμει πόροι (ακόμα και σε μια προοπτική ανατροπής του ισχύοντος  τριτογενοποιημένου παραγωγικού μοντέλου), είναι  περιουσία για τον κάθε ένα ιδιοκτήτη χωριστά, είναι ζώνες ελέγχου και περιβαλλοντικού ισοζυγίου, κρίσιμες ιδιαίτερα στην περίμετρο και σε συσχέτιση με τις αστικοποιημένες περιοχές, ή είναι απόλυτα προστατευόμενες περιοχές.

Υφαρπαγή… από τα παλιά

Στο υπόρρητο αλλά προφανές αναπτυξιακό μοντέλο που υποστηρίζεται από την ομοβροντία θεσμικών παρεμβάσεων που εγκαινιάζονται πιο επίσημα με τον Εφαρμοστικό νόμο 3986/2011 η γη, η όποια γη αντιμετωπίζεται αδιακρίτως ως οικόπεδο, ως γαιοπρόσοδος, ως μη πεπερασμένο ανταλλάξιμο (με τι άραγε;) προϊόν, εν τέλει ως εισόδημα, σε χρήμα. Η γη είναι για να πωλείται και να αγοράζεται, οπουδήποτε και όσο φτηνά τη ζητούν οι καλύτεροι πελάτες. Η γη είναι για να συγκεντρώνεται σε όσο λίγα χέρια επιθυμούν οι υποψήφιοι αγοραστές – επενδυτές ή οι κτηματομεσίτες κερδοσκόποι. Από αυτή την άποψη ο συντονισμός χωρικής, περιβαλλοντικής και φορολογικής πολιτικής είναι αξιοθαύμαστος.

Είναι σχεδόν θλιβερό το ότι το νεοφιλελεύθερο αυτό μοντέλο κεφαλαιοποίησης της γης ερήμην κοινωνικών, πραγματικά αναπτυξιακών και περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών, στις γενικές του γραμμές δεν είναι καινούριο. Είναι παλιό, δοκιμασμένο (αλλού περισσότερο όπως π.χ. στις πρώην αποικίες, στη Λατινική Αμερική κ.ά.) εδώ λιγότερο (δεκαετίες ‘60 και ‘70) και αποδεδειγμένα αδιέξοδο για τις τοπικές κοινωνίες. Πρόκειται για ένα μοντέλο υφαρπαγής (dispossession) μονταρισμένο στο αναγκαίο σκηνικό επιβεβλημένης «λιτότητας», με «επενδύσεις» – αρπαχτές που αφήνουν πίσω τους πτωχευμένες κοινωνίες, υποβαθμισμένο περιβάλλον και ανεπίστρεπτα κατεστραμμένο τοπίο.

Καινοφανή είναι ίσως τα χαρακτηριστικά του συστήματος ευρύτερης κερδοσκοπίας γύρω από τη γαιοπρόσοδο με βασικότερο παίκτη (actor) τον χρηματοπιστωτικό τομέα που εκπροσωπούν οι τράπεζες, μεγάλες εταιρείες real estate και μεγάλα σχεδόν απρόσωπα funds, αντί για το παλιό γνωστό (και επώνυμο) μεγάλο βιομηχανικό, εφοπλιστικό κλπ κεφάλαιο.

Οι αντιστάσεις απέναντι σε μια τέτοια επίθεση δεν είναι εύκολες, ιδιαίτερα σε συνθήκες ήδη σημαντικής υποθήκευσης και υποβάθμισης παραγωγικού δυναμικού και πόρων σε αρκετά μεγάλη κλίμακα. Η γη, αποκτά ιδιαίτερη αξία  ιδιαίτερα στα πλαίσια ενός αναγκαίου παραγωγικού μοντέλου ανάκαμψης- πριν-την-ανάπτυξη.

Απέναντι στο πανταχόθεν προωθούμενο μοντέλο «αξιοποίησης» της γης υπό όρους «ανταλλακτικής αξίας» και κερδοσκοπίας, αξίζει να αποκαταστήσουμε την «αξία χρήσης» και την κοινωνική αποδοτικότητα. Απέναντι σ’ αυτό το τοπίο απορρύθμισης και καταστρατήγησης κάθε όρου προστασίας, η επαναφορά της κοινωνικής αξίας της «ρύθμισης», η αποκατάσταση του χωρικού σχεδιασμού ως αναπόσπαστου τμήματος της παραγωγικής διαδικασίας (του χώρου συνολικά) και ως αναγκαίας αρχής για την ανάπτυξη με αυξημένο κοινωνικό έλεγχο και συμμετοχή, καθώς και η υπεράσπιση πόρων και περιβάλλοντος με γνώμονα τις τρέχουσες και τις μελλοντικές κοινωνικές ανάγκες κάθε περιοχής της χώρας ξεχωριστά αλλά και τη διασφάλιση της οικολογικής ισορροπίας, αν και εξίσου «ντεμοντέ» ως επιδιώξεις με τις νεοφιλελεύθερες συνταγές, έχουν ωστόσο συγκριτικά πολύ καλύτερα διαπιστευτήρια και, το κυριότερο, κρίσιμη επικαιρότητα.