Άγιε μου Παντελεήμονα, τι αυγή μας ξημερώνει;

της Μαρίας Καλαντζοπούλου*

Μέρες που ’ναι, έχουμε βομβαρδιστεί επαρκώς με ποικιλώνυμα φασιστικά προεκλογικά μηνύματα και πάμπολλες προσεγγίσεις για την άνοδο της ακροδεξιάς, κι εδώ κι αλλού. Όντας γέννημα θρέμμα μιας συνοικίας-λίκνου για το σχετικό «αυγό», θέλησα να καταγράψω τις σκέψεις μου γι’ αυτή τη διαδικασία εκκόλαψης που έχει χρονικό και ποιοτικό βάθος πολύ μεγαλύτερο από αυτό που ενδεχομένως αντιλαμβάνονται όσοι τη γνώρισαν από τις ειδήσεις στην τηλεόραση και τον Τύπο τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Το κοινωνικό προφίλ που περιγράφεται δεν είναι ασφαλώς η μοναδική ταυτότητα της περιοχής, ούτε και περιορίζεται μόνο σ’ αυτή τη γειτονιά. Αποτελεί όμως πραγματικό και χαρακτηριστικό υπόστρωμα για την ανάλυση ενός ιδιαίτερα επικίνδυνου φαινομένου.

Οι «προστάτες» εν δράσει.

Οι «προστάτες» εν δράσει.

Ο Άγιος Παντελεήμονας, λοιπόν: μια γειτονιά που συγκατοικούνταν κάποτε από νοικοκυραίους οικογενειάρχες, εμπόρους, μορφωμένους δημόσιους υπαλλήλους και ελεύθερους επαγγελματίες, μεροκαματιάρηδες και φοιτητές από την επαρχία, στο μοτίβο της γνωστής κατ’ όροφο κοινωνικής διαστρωμάτωσης της αθηναϊκής πολυκατοικίας. Στα ισόγεια, εμπόριο γειτονιάς για κάθε μικρο-μεσοαστική ανάγκη, βιοτική ή και πολυτελείας (είδη δώρων, γκαλερί κ.ά.), η απαραίτητη για την κατοικία «μη οχλούσα» μεταποίηση, κυρίως σε ημιυπόγειους βιοτεχνικούς χώρους, και όλα τα αναγκαία μαστόρια οικιακής χρήσης (τσαγκάρηδες, μοδίστρες, ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί κ.ά.). Ένας αυτάρκης μικροαστικός μικρόκοσμος δηλαδή, στα όρια του κέντρου. Αυτά μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70, οπότε και ολοκληρώνεται εν πολλοίς η εικόνα του δομημένου χώρου που βλέπουμε και σήμερα.

Κάτι τα λεφτά που έβαλαν στην άκρη ή και το δάνειο, κάτι η αισιοδοξία που γέννησε το κοινωνικοπολιτικό κλίμα της μεταπολίτευσης, κάτι το όραμα της «υγιεινής» ζωής στα πράσινα αναπτυσσόμενα τότε προάστια, μακριά από τη θορυβώδη και ρυπαρή Αθήνα του «νέφους» και του «κυκλοφοριακού» και, σιγά σιγά, οι λιγότερο «δεμένοι» με το κέντρο εν-κατεστημένοι κάτοικοι, αποχωρούν οικογενειακώς προς νέες μικρο-μεσοαστικές κοιτίδες, κυρίως στα βορειοανατολικά του Λεκανοπεδίου (Πεύκη, Χαλάνδρι, Χολαργός, Μελίσσια κλπ.). Το φαινόμενο εντάθηκε ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του ’80. Οι υπόλοιποι παραμένουν, μεγαλώνουν και γερνάνε στην περιοχή, σταδιακά μόνοι, χωρίς τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Το κενό πληρώνεται αρχικά από έναν «τράνζιτ» πληθυσμό νεαρών, ημεδαπών οπωσδήποτε, «νοικοκυριών» εργένηδων ή νεαρών ζευγαριών. Δεν είναι λίγα λοιπόν τα διαμερίσματα που μένουν κενά για μεγαλύτερα ή μικρότερα διαστήματα.

Δεκαετία του ’90: τα πρώτα σημάδια

Ώσπου ξαφνικά, περί τα τέλη της δεκαετίας του ’80, αρχίζουν να εγκαθίστανται οι πρώτοι αλλοδαποί «άλλοι». Όπως και οι προηγούμενοι εσωτερικοί μετανάστες από την ελληνική επαρχία, έτσι κι αυτοί κουβαλάνε την τραχύτητα του λιγότερο εξαστισμένου πληθυσμού. Απλοϊκές συγκρούσεις στην αρχή, για τα καθημερινά της συνοίκησης. Τίποτε το ουσιαστικά διαφορετικό (εκτός από τις «μουσικές» και τις μυρωδιές που πλανώνται στον αέρα). Πάντα οι νεοεισερχόμενοι διένυαν ένα στάδιο «συμμόρφωσης» στα χρονοδιαγράμματα του καλοριφέρ, της πληρωμής των κοινοχρήστων, στη χρήση της υπόγειας αυλής ή της ταράτσας, στα ωράρια κοινής ησυχίας ή και στα καπρίτσια του διαχειριστή ή της διαχειρίστριας της πολυκατοικίας… Και, μέσα από τη βαθιά άγνοια και ακόμα βαθύτερη περιφρόνηση των «παλιών» για το όποιο πλησίασμα της πολιτιστικής διαφοράς των νεοαφιχθέντων, διαμορφώνονται οι πρώτες στερεοτυπικές εικόνες. Οι φιλήσυχοι γείτονες αναμασάνε τα ίδια: οι Πολωνοί πίνουν, οι Αλβανοί είναι αχάριστοι, οι Γεωργιανοί παλιάνθρωποι, το ίδιο ίσως και οι Βούλγαροι και οι Ρουμάνοι κλπ. και, δυνάμει, όλοι είναι τυχοδιώκτες και απατεώνες. Tα κλισέ μοιάζουν να δικαιώνονται από τη μεμονωμένη εμπειρία του καθενός και ανακυκλώνονται με πολλαπλασιαστική δυναμική σε μια γειτονιά μεσηλίκων ή και υπερηλίκων πια (η οποία, α προπό, μέχρι και τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας ψηφίζει αταλάντευτα Νέα Δημοκρατία σε ποσοστά άνω του 65%). Η γενική υποβάθμιση της περιοχής είναι ήδη σε εξέλιξη, αλλά δεν δημιουργείται δα και κανένα κίνημα. Ποιος νοιάζεται για τα σχολεία και τις παιδικές χαρές; Όχι πάντως οι ντόπιοι που δεν έχουν πια μικρά παιδιά. Ποιος θίγεται από τη ραγδαία αύξηση των οίκων ανοχής; Όχι πάντως οι ντόπιοι που εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς κάποτε εντός, εκτός και επί τα αυτά της διαβόητης οδού Φυλής, στην εποχή της μεγάλης της δόξας. Οι κινηματογράφοι της γειτονιάς κλείνουν ήδη από τη δεκαετία του ’80 και δεν ζορίζεται κανένας, μιας και όλοι έχουν πια τηλεόραση, ενώ τα βιντεοκλάμπ ξεφυτρώνουν παντού και γνωρίζουν μεγάλες πιένες. Οι κλειστοί κινηματογράφοι αντικαθίστανται εν μέρει με σκυλάδικα για τους ημεδαπούς και ειδικά «κλαμπ» για τους ξένους. Κανένα πρόβλημα — τα διασκεδαστήρια του είδους είναι δημοκρατικό δικαίωμα και «πολιτιστικά κέντρα» στη μετά Γιαννόπουλο απενοχοποιημένη λαϊκή συνείδηση.

Περί τα τέλη της δεκαετίας του ’90, οι ιδιοκτήτες των πιο μικρών ειδικά διαμερισμάτων, μπροστά στα κεσάτια, ρίχνουν ο ένας πίσω από τον άλλο την όποια «εθνική υπερηφάνεια» τους και νοικιάζουν τα πεπαλαιωμένα πλέον υπόγεια, γκαρσονιέρες και βιοτεχνικούς χώρους που έχουν περιέλθει στην κατοχή τους (ας είν’ καλά το «Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα» και το χρηματιστήριο) σε μεροκαματιάρηδες ή εξαθλιωμένους «ξένους», που ολοένα καταφτάνουν στην περιοχή. Στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις ωστόσο, δεν παύουν να νοσταλγούν το «ένδοξο» παρελθόν της γειτονιάς: την αστικότητα, ευταξία και νομιμοφροσύνη της δεκαετίας του ’60, της χούντας και των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων, τότε δηλαδή που μεταξύ όλων των αρετών που ίσως όντως είχε η περιοχή (όπως και ευρύτερα η Κυψέλη), ανθούσαν οι χαρτοπαικτικές λέσχες και οι θυρωροί έκαναν καλά τη γνωστή δουλειά τους, το ίδιο και οι περιπτεράδες. Όσο για τον δημόσιο χώρο; Στις πλατείες της γειτονιάς κλείνονται στοιχήματα για κόντρες με μηχανάκια, μοιράζονται ναρκωτικά και ψωνίζεται ο αγοραίος έρωτας ήδη από την εποχή του Γαρδέλη. Κανείς όμως δεν φαίνεται να το πρόσεξε.

Μετά το 2000: δραματικές αλλαγές και το τυφλό αίτημα της «ανακατάληψης»

Στα μισά της προηγούμενης δεκαετίας περίπου, η εικόνα αλλάζει πιο δραστικά (και δραματικά). Οι πλατείες Αγ. Παντελεήμονα, Αττικής και Βικτωρίας για κάνα-δυο χρόνια πριν τους ένδοξους Ολυμπιακούς Αγώνες «φιλοξενούν», με την ανοχή της αστυνομίας, τις πιάτσες των ναρκωτικών που μέχρι τότε «σπίλωναν» το τοπίο της Ομόνοιας κυρίως. Ουδεμία σοβαρή κοινωνική αναταραχή. Ταυτόχρονα, το πλήθος των εγκατεστημένων ή νεοαφιχθέντων μεταναστών μοιάζει πια να ξεπερνά το κρίσιμο μέγεθος, καταρχάς για την υποστήριξη της ζήτησης για το τοπικό εμπόριο, κατά δεύτερον της προσφοράς κατοικίας. Οι νέοι πάμφτωχοι «πελάτες» που συνωστίζονται ανώνυμα και άτυπα, αλλά φυσικά καθόλου δωρεάν στα πιο υποβαθμισμένα ακίνητα της περιοχής, δεν είναι «καλοί»· να φύγουν. Όλοι το συζητάνε σχετικά φανερά, εκτός φυσικά από τους ιδιοκτήτες των ακινήτων, που ίσως το ζητάνε με τη σειρά τους στις περιοχές που διαμένουν ή εργάζονται. Να φύγουν και να πάνε πού; Ή να έρθουν ποιοι; Καμιά απάντηση. Έτσι λοιπόν, με ένα δυναμικό πλην «τυφλό» αίτημα, εμφανίζεται περί τα τέλη του 2008 μια «επιτροπή κατοίκων», πρόθυμη για δράση στο πεδίο. Οι απαντήσεις που δεν δίνονται στο αίτημα της εθνικής καθαρότητας της περιοχής ή της εθνικής «επανάκτησης» ή «ανακατάληψης» του χώρου, υποδηλώνουν τη βαθιά και γνήσια αδιαφορία των «ιθαγενών» για τις όποιες μεθόδους ανθρώπινης «εκκαθάρισης». Τι θα απογίνουν αυτοί οι νέοι «άθλιοι», που εν γνώσει των πάντων συνωστίζονται στα υπόγεια, στους βιοτεχνικούς χώρους ή και στις πλατείες; Ιδανικά, ας μην υπήρχαν. Ρεαλιστικά, ας πεθάνουν, είναι μάλλον η άρρητη απάντηση. Κι αν χρειαστεί βάζουμε κι ένα χεράκι. Όχι εμείς, οι ευυπόληπτοι νοικοκυραίοι, βέβαια. Ας το κάνει το κράτος ή, έστω, τα νεοεμφανισθέντα και στρατευμένα με το μέρος μας «παιδιά».

Ήρθαν οι «προστάτες»: και «Έλληνες» και «λεβέντες»

Νεαρές ή μεσήλικες κυρίες, που αντανακλούν εμφανισιακά την κουλτούρα των πρωινάδικων, των ριάλιτι και των τηλεσειρών μακράς διαρκείας, συνασπίζονται με ομήλικούς τους «λεβέντες» ή «παλικαράδες» που, αντίστοιχα, αντανακλούν την κουλτούρα του καφενείου, του γηπέδου, του γραφείου στοιχημάτων κλπ. και ομού συνεγείρουν, με τον πατριωτικό οίστρο και «ενδιαφέρον» τους, τον γερασμένο πιο παθητικό πληθυσμό, μέρος του οποίου αναγνωρίζει σ’ αυτούς εξάλλου και τα δικά του αξέχαστα νιάτα (τα οποία συμπτωματικά συνέπεσαν με την αξέχαστη επταετία). Σιγά σιγά, αυτοί οι νέοι «προστάτες» και συνοδοιπόροι δηλώνουν ευθαρσώς και την πολιτική τους καταγωγή: Χρυσή Αυγή, λένε. Πιστώνονται έτσι, όχι μόνο ως άτομα, αλλά και ως οργάνωση, τα εύσημα για τις «υπηρεσίες» τους (πογκρόμ) στη γειτονιά. Οι φιλήσυχοι κάτοικοι ακούνε (αν δεν βλέπουν κιόλας) για τα πογκρόμ, και αντιλαμβάνονται και υλικά το εξαιρετικό τους προνόμιο να χρησιμοποιούν ως νομιμόφρονες και πάνω απ’ όλα «Έλληνες» την «άβατη» πλέον για οποιονδήποτε άλλο πλατεία. Και τι μ’ αυτό; Η Χρυσή Αυγή, η οργάνωση-ταμπού για τη δεκαετία του ’80, δεν τους είχε εξάλλου πειράξει προσωπικά, ούτε και η πρόσφατη χούντα άλλωστε. Κάποιοι σίγουρα θα φοβούνται να τους πάνε κόντρα, όπως φοβήθηκαν και παλιότερα. Κι αυτό κάτι θυμίζει, γνωστή και οικεία κατάσταση ο φόβος μη γίνεις επ’ ουδενί δυσάρεστος στους δυνατότερους.Στο μεταξύ, φυσικά, έχει καταπέσει και το μεταπολιτευτικό ταμπού. Ένας άνθρωπος που λίγα χρόνια πριν καλούσε σε μοίρασμα αξιωμάτων σε βασιλόφρονες και χουντικούς, ανάγεται πλέον σε «ρυθμιστή» των πολιτικών εξελίξεων και καθοδηγητή της κυρίαρχης πολιτικής ατζέντας, με κορυφαίους υπουργούς του δικομματισμού να τον συναγωνίζονται σε εθνικιστικό και ρατσιστικό παραλήρημα. Για τον σκοπό αυτό, βέβαια, χρησιμοποιήθηκαν αναρίθμητες σελίδες και ώρες προβολής μέσω του Τύπου και της πολύ πιο επιδραστικής τηλεόρασης. (Απ’ την οποία εξάλλου ενημερώνονται εν πολλοίς και για τα «συμβάντα» της γειτονιάς τους). Αντίστοιχα, η «δημοκρατία» και η τηλεόραση αποκατέστησαν έναν φανατικό και αμετανόητο ναζιστή και επίσημο προπαγανδιστή της χούντας (και τον γιο του), έναν τσεκουροφόρο «ακτιβιστή», έναν μανιακό τηλεπωλητή βιβλίων ασύστατου και εθνικιστικού περιεχομένου, και πάει λέγοντας. Οι όποιες (συχνά τεχνητές) ενοχές των νομοταγών κατοίκων για την ανοχή ή υποστήριξή τους στη χούντα επιτέλους εξαφανίζονται. Καιρός να ξαναεκδηλώσουν ανοιχτά την πίστη τους στο πολυθρύλητο Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια της Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών.

Από τη μια, η χαρά της απενοχοποίησης (μέσα έστω στη δυστυχή αυτή συγκυρία), από την άλλη όλα τα δεινά. Οι ελάχιστοι έως ανύπαρκτοι κοινωνικοί δεσμοί με τους συν-κατοίκους, η σταδιακή συρρίκνωση του τοπικού παραδοσιακού εμπορίου έναντι των κατά πολύ φθηνότερων προσφορών των πολυεθνικών, η κρίση στην κατανάλωση ιδιαίτερα μετά την εισαγωγή του ευρώ, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος της γειτονιάς, φυσικού και δομημένου, η ένοχη ανοχή του κράτους στις κάθε λογής «πιάτσες» της μέρας και της νύχτας , η απουσία του σε όλα τα άλλα επίπεδα (αστικός εξοπλισμός, κοινωνικές υποδομές, περιβαλλοντικές συνθήκες, ακόμα και αστυνόμευση), η αναπόφευκτη αύξηση της παραβατικότητας και εγκληματικότητας ως εκ της συνολικής εκπτωχεύσεως εκπορευομένη, η συστηματική κατασκευή και γιγάντωση του φόβου και του μίσους από τους επαΐοντες του κυρίαρχου λόγου, όλα αυτά συμπυκνώθηκαν καταλλήλως ώστε να δαιμονοποιηθούν για όλα, όχι η κοινωνία την οποία συναποτελούν, όχι το καθεστώς που στήριξαν και στηρίζουν, αλλά οι «άλλοι». Εν προκειμένω, οι «λαθρομετανάστες».

Ο αποτρόπαιος ναζιστικός λόγος της Χρυσής Αυγής, που προσπάθησε να βγει στο προσκήνιο με το Μακεδονικό στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και ελάχιστα άγγιζε τότε τον μακράν της Μακεδονίας ευρισκόμενο Αγ. Παντελεήμονα, βρήκε επιτέλους τα κατάλληλα «κουμπιά», στοχεύοντας καίρια στους ξένους «εισβολείς» της περιοχής. Πάνω στο παιδαριώδες μοτίβο «ή αυτοί ή εμείς» μετέτρεψε με εγκληματική απλοϊκότητα τα εμφανή θύματα διεθνικών κυκλωμάτων εκμετάλλευσης σε ανθέλληνες θύτες — τελεία και παύλα. Κατασκευάστηκε έτσι σταδιακά, με την εντατική συνεπικουρία των ΜΜΕ, η απαραίτητη δόση δηλητηρίου και η μονοσήμαντη στόχευση των «ξένων» ως υπ’ αριθμόν ένα κινδύνου και υποστρώματος για όλα τα δεινά (οικονομικά, κοινωνικά, περιβαλλοντικά, υγείας, παιδείας, κοινωνικής συνοχής ή και εθνικής ταυτότητας). Όλοι οι «ξένοι», πλην των εκάστοτε ίσως πολύ συγκεκριμένων που καθαρίζουν τα σπίτια μας, φροντίζουν τα υπερήλικα ή ανήλικα μέλη της οικογένειας (χωρίς ένσημα) ή δίνουν τη θέση τους στο λεωφορείο, δεν είναι τίποτε άλλο παρά κηλίδες εγκληματικότητας και ασχήμιας στην εικόνα αστικής συγκατοίκησης των ονείρων μας. Η εγκληματικότητα (όπως και η φτώχεια) στη γειτονιά είναι φυσικά γεγονός, κλοπές κυρίως, συχνά με απειλή όπλου. Πήρε δυστυχώς (;) τη θέση της παλιάς αθώας (;) συνθήκης των ημεδαπών επιδειξιών και βιαστών που δεν «εξυπηρετούνταν» επαρκώς στα στέκια και στα «σπίτια» της περιοχής τα παλιά καλά χρόνια…

Η πέρα χώρα τώρα, το ιδεολογικά «προοδευτικό φάσμα» δηλαδή, από την ευγενή Αριστερά έως και τον πιο «άξεστο» αριστερό ή και αναρχικό εξτρεμισμό, σε μια θαυμαστή συμπόρευση που δεν σκοτίζεται για τοπικές ιδιαιτερότητες, στο δίπολο «αυτοί» ή οι «άλλοι», μοιάζει να παίρνει μονοσήμαντα το μέρος των «άλλων», προσάπτοντας ταυτόχρονα σ’ «αυτούς» τη ρετσινιά του ρατσιστή, ενεργοποιώντας έτσι περαιτέρω τα πιο συντηρητικά τους αντανακλαστικά, που δεν είναι και λίγα. Η αγαπημένη τηλεόραση εξάλλου συμφωνεί: ο ΣΥΡΙΖΑ και οι αναρχικοί στηρίζουν τους λαθρομετανάστες, καίνε την Αθήνα κάθε τρεις και λίγο, άσε που δεν χωνεύουν και την αστυνομία. Κι «αυτοί», οι «γηγενείς», εδώ που τα λέμε, δεν είχαν ποτέ να χωρίσουν κάτι με την αστυνομία. Πάνω απ’ όλα συντάσσονται με τους, κατ’ επίφαση έστω, νομοταγείς, κι ας είναι και λούμπεν. (Τι θα πει λούμπεν εξάλλου;) Δεν τους ενδιαφέρει, λένε, το ιδεολογικό στίγμα των προστατών τους, ας ήταν ΚΚΕ να τους ψήφιζαν. Τους τρομάζει ίσως λίγο (ορισμένους) το λογότυπο της σβάστικας (ο αντιναζισμός στις γενιές τους είναι παυλοφικό αντανακλαστικό), αλλά όχι –πλέον–και η θετική επίκληση της αείμνηστης «εθνικής κυβέρνησης Παπαδόπουλου», αλώβητοι είχαν βγει εξάλλου κι από τούτη. Τι έχουν να φοβηθούν οι ίδιοι από τα «στρατόπεδα» που συζητιούνται για τους λαθραίους «άλλους»; Τι έχουν να φοβηθούν από τις απειλές για επανενεργοποίηση των «εξωτικών προορισμών του Αργοσαρωνικού»; Όλα αυτά τα έχουν εξάλλου ανεχθεί και στο παρελθόν. Τι έχουν να φοβηθούν από το τείχος ή τα ναρκοπέδια στον Έβρο; Γι’ αυτό κι ευλόγησαν ήδη με την ψήφο τους την είσοδο Μιχαλολιάκου στο Δημοτικό Συμβούλιο. Τα «παιδιά» του «καθάρισαν» τις πλατείες τους, κι ας μην τις χρησιμοποιούν ποτέ οι ίδιοι εδώ και χρόνια (έχουν τηλεόραση, τι να τις κάνουν τις πλατείες;). Οι «καθαρές» πλατείες είναι ζητούμενο, το λέει εξάλλου και η αγαπημένη τηλεόραση, σχεδόν καθημερινά. Η παιδική χαρά που έκλεισε δεν τους λείπει. Αφού δεν τη χρησιμοποιούν οι ίδιοι, ας μην τη χρησιμοποιεί κανείς.

Καλό ξημέρωμα…

Πλησιάζουν οι εκλογές, η ώρα που «μιλάει ο λαός». «Κι αν χωρίς τη βουλευτική ασυλία κάναμε αυτά που κάναμε, φανταστείτε μετά πόσα θα κάνουμε!» υπόσχεται με αυτοπεποίθηση ο νέος αρχηγός, ο οποίος, δια παν ενδεχόμενο, δηλώνει και αντιμνημονιακός.

Στους προοδευτικούς ανησυχούντες: Λίγη φαντασία χρειάζεται. Στους προοδευτικούς μη ανησυχούντες (ακόμα): Καλό ξημέρωμα στις 7 Μαΐου. Και ο (σκέτος) Παντελεήμων να βάλει το χέρι του.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στα Ενθέματα, 29/5/2012.



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s