Οι αστεακές καταβολές των οικονομικών κρίσεων, μέρος 3ο

Αναδημοσιεύουμε από το ιστολόγιο Red NoteBook το τρίτο μέρος μιας σειράς κειμένων του Ντ. Χάρβεϋ που έχουν δημοσιευτεί στο New Left Project.

Κεφαλαιακή συσσώρευση μέσω αστικοποίησης

Έχω αναλυτικά επιχειρηματολογήσει σε άλλα κείμενα για το πώς η αστικοποίηση υπήρξε ένας τρόπος-κλειδί για την απορρόφηση των πλεονασμάτων κεφαλαίου και εργασίας σε όλη την ιστορία του κεφαλαίου[17]. Έχω εδώ και καιρό επιχειρηματολογήσει ότι έχει μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με την απορρόφηση του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου για πολύ συγκεκριμένους λόγους που έχουν να κάνουν με τις μακρές χρονικές περιόδους, τους χρόνους των κύκλων εργασιών και τις διάρκειες ζωής των επενδύσεων στο δομημένο περιβάλλον. Έχει επίσης μια γεωγραφική ιδιαιτερότητα, τέτοια ώστε η παραγωγή των χώρων και των χωρικών μονοπωλίων καθίσταται αναπόσπαστη της δυναμικής της συσσώρευσης, όχι απλά λόγω των μεταλλασσόμενων τρόπων των ροών των εμπορευμάτων στο χώρο, αλλά κι επίσης λόγω της ίδιας της φύσης των δημιουργημένων και παραχθέντων χώρων και τόπων όπου αυτές οι κινήσεις πραγματοποιούνται. Αλλά ακριβώς επειδή όλη αυτή η δραστηριότητα – η οποία, παρεμπιπτόντως, έχει τεράστια σημασία για την παραγωγή αξίας και υπεραξίας – είναι τόσο μακροχρόνια, απαιτεί ένα συνδυασμό χρηματιστικού κεφαλαίου και κρατικής εμπλοκής τα οποία είναι απολύτως θεμελιώδη για τη λειτουργία της. Αυτή η δραστηριότητα είναι καθαρά κερδοσκοπική μακροχρόνια, και ενέχει το ρίσκο να επαναλάβει, σε μια αρκετά μεταγενέστερη περίοδο και σε μια μεγαλύτερη κλίμακα, τις ίδιες συνθήκες υπερσυσσώρευσης που αρχικά βοηθάει να ελαφρυνθούν. Εκεί οφείλεται ο επιρρεπής στις κρίσεις χαρακτήρας των αστικών και άλλων μορφών επενδύσεων σε φυσικές υποδομές (διηπειρωτικές σιδηροδρομικές γραμμές και αυτοκινητόδρομοι, φράγματα κλπ.).

Ο κυκλικός χαρακτήρας τέτοιων επενδύσεων έχει τεκμηριωθεί πλήρως για τον 19ο αιώνα στη σχολαστική δουλειά του Brinley Thomas[18]. Όμως, η θεωρία των κατασκευαστικών οικονομικών κύκλων αγνοήθηκε μετά το 1945, εν μέρει επειδή οι παρεμβάσεις τύπου «κρατικού κεϋνσιανισμού» κρίθηκαν ως αποτελεσματικές στην εξουδετέρωσή τους. Ο κατασκευαστικός οικονομικός κύκλος στην ουσία εξαφανίστηκε[19]. Αλλά η βαθμιαία αποσύνθεση των συστημικών αντι-κυκλικών κεϋνσιανών παρεμβάσεων μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’70 μπορούσε να σημαίνει πως η επιστροφή σε κατασκευαστικούς οικονομικούς κύκλους ήταν κάτι περισσότερο από πιθανό. Τα στοιχεία δείχνουν πως ενώ οι διακυμάνσεις στον κατασκευαστικό κλάδο έχουν παραμείνει αδύναμες, οι φούσκες στις αξίες περιουσιακών στοιχείων έχουν γίνει πιο ασταθείς απ’ ό,τι στο παρελθόν (παρόλο που οι εκτιμήσεις του Εθνικού Γραφείου Οικονομικής Έρευνας, NBER, για τη δεκαετία του ’20 μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως στοιχείο που αντιτίθεται σε αυτή την άποψη). Οι κυκλικές κινήσεις επίσης επιδεικνύουν πλέον μια πιο περίπλοκη γεωγραφική διαμόρφωση (π.χ. ο Νότος και η Δύση στις ΗΠΑ που επιδεικνύουν διαφορετικούς ρυθμούς απ’ότι οι Βορειοανατολικές και οι Μεσοδυτικές περιοχές).

Χωρίς μια τέτοιου τύπου γενική όψη, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε, έστω στοιχειωδώς, τις δυναμικές που οδήγησαν στην καταστροφή της στεγαστικής αγοράς και της αστικοποίησης το 2008 σε συγκεκριμένες περιοχές και πόλεις των ΗΠΑ, αλλά και της Ισπανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορούμε να κατανοήσουμε κάποια από τα μονοπάτια που αυτή τη στιγμή βαδίζονται, ιδιαίτερα στην Κίνα, για τη διέξοδο από το «χάλι» που δημιουργήθηκε αλλού. Γιατί με τον ίδιο τρόπο που ο Brinley Thomas καταγράφει τις αντικυκλικές κινήσεις μεταξύ Βρετανίας και ΗΠΑ το 19ο αιώνα, έτσι ώστε μια άνθηση στις οικιστικές κατασκευές στο ένα μέρος ισορροπήθηκε από ένα κραχ στο άλλο, έτσι και τώρα βλέπουμε ένα κραχ στις κατασκευές στις ΗΠΑ και σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης να αντισταθμίζεται από μια τεράστια αστικοποίηση και άνθηση στις επενδύσεις σε υποδομές με κέντρο την Κίνα (με ποικίλα παρακλάδια αλλού, ιδαίτερα στις λεγόμενες χώρες BRIC – Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία και Κίνα). Για να κάνουμε σωστά τη σύνδεση με τη μακρο-εικόνα, πρέπει να σημειώσουμε πως οι ΗΠΑ και η Ευρώπη έχουν βαλτώσει σε χαμηλή οικονομική μεγέθυνση ενώ η Κίνα καταγράφει ένα ρυθμό μεγέθυνσης της τάξης του 10% (και από κοντά και οι υπόλοιπες χώρες που συνθέτουν το BRIC).

Η πίεση προς τη στεγαστική αγορά και την αστική ανάπτυξη στις ΗΠΑ ώστε να απορροφήσει το υπερσυσσωρευόμενο κεφάλαιο μέσω κερδοσκοπικής δραστηριότητας άρχισε να γίνεται αισθητή στα μέσα της δεκαετίας του ’90, και επιταχύνθηκε μανιωδώς με το τέλος της φούσκας στις υψηλές τεχνολογίες και το κραχ του 2001 στο χρηματιστήριο. Οι πολιτικές πιέσεις που ασκήθηκαν σε ευυπόληπτα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα όπως τα Fannie Mae και Freddie Mac, για να χαλαρώσουν τα κριτήρια δανεισμού ώστε να διευκολύνουν την άνθηση στη στεγαστική αγορά, καθώς και τα χαμηλά επιτόκια του Γκρίνσπαν και της Fed, αναμφισβήτητα επιτάχυναν την άνθηση. Όπως όμως σημειώνουν οι Groezmann και Newman, το χρήμα (με τη βοήθεια του κράτους) μπορεί να χτίσει σπίτια και προάστια αλλά δεν μπορεί να τα κάνει και επικερδή. Τι λοιπόν ενεργοποίησε τη ζήτηση;

Για να κατανοήσουμε τις δυναμικές, πρέπει να ξεκινήσουμε από το ότι η κυκλοφορία του πραγματικού και του πλασματικού κεφαλαίου συνδυάζονται μέσα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα στο πλαίσιο της αγοράς ακινήτων. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δανείζουν σε κτηματομεσίτες, κτηματίες και κατασκευαστικές εταιρίες για να χτίσουν, για παράδειγμα, συγκροτήματα κατοικιών στα προάστια του Σαν Ντιέγκο ή στη Φλόριντα ή στη Νότια Ισπανία. Στις περιόδους άνθησης, στον κατασκευαστικό κλάδο αντιστοιχεί άμεσα το 7% της απασχόλησης και περισσότερο από το διπλάσιο ποσοστό αν συνυπολογίσουμε τους προμηθευτές των κατασκευαστικών πρώτων υλών και των νομικών/χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών γύρω από την αγορά ακινήτων. Η βιωσιμότητα του τομέα αυτού ωστόσο, προϋποθέτει πως μπορεί να εισπραχθεί αξία. Εδώ λοιπόν μπαίνει το πλασματικό κεφάλαιο. Το χρήμα δανείζεται σε αγοραστές οι οποίοι υποτίθεται πως έχουν την ιδιότητα να το ξεπληρώσουν μέσω των εισοδημάτων τους (μισθοί ή κέρδη). Άρα, το χρηματοπιστωτικό σύστημα ρυθμίζει σε σημαντικό βαθμό τόσο την προσφορά όσο και τη ζήτηση των παραπάνω συγκροτημάτων κατοικιών. Η διαφορά αυτή είναι παρόμοια με αυτή που ο Μαρξ περιγράφει στο Κεφάλαιο μεταξύ του «δανειακού κεφαλαίου» για παραγωγή και της προεξόφλησης συναλλαγματικών, που διευκολύνει την είσπραξη αξίας στην αγορά[20]. Στην περίπτωση της οικιστικής αγοράς στη Νότια Καλιφόρνια, συχνά η ίδια χρηματοπιστωτική εταιρία προμήθευε το χρήμα για το κτίσιμο και το χρήμα για να αγοραστεί αυτό που είχε κτιστεί. Όπως συμβαίνει και στις αγορές εργασίας, το κεφάλαιο μπορεί να ελέγχει τόσο τη ζήτηση όσο και την προσφορά (κάτι που είναι εντελώς αντίθετο με την ιδέα των ελεύθερων αγορών που η έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας υποθέτει πως υπάρχει)[21].

Ωστόσο, η σχέση αυτή είναι ασύμμετρη. Ενώ οι τραπεζίτες, οι κτηματομεσίτες και οι κατασκευαστικές εταιρίες μπορούν εύκολα να ενωθούν ώστε να φτιάξουν μια ταξική συμμαχία (μία συμμαχία που συχνά κυριαρχεί σε αυτό που ονομάζεται «μηχανή της αστεακής ανάπτυξης» τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά [22]), τα ενυπόθηκα δάνεια των καταναλωτών είναι διάσπαρτα και συχνά περιλαμβάνουν δανειολήπτες διαφορετικών τάξεων, ή, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ όχι όμως και στην Ιρλανδία, διαφορετικών φυλών ή εθνοτήτων. Με την τιτλοποίηση των ενυπόθηκων δανείων, οι χρηματοπιστωτικές εταιρίες μπορούν απλά να μεταφέρουν το όποιο ρίσκο σε κάποιον άλλον, κάτι το οποίο και κάνανε, αφού βέβαια απομύζησαν όσα έξοδα δημιουργίας και νομικά έξοδα των τίτλων μπορούσαν. Αν ο χρηματιστής μπορεί να διαλέξει μεταξύ της χρεοκοπίας ενός κτηματομεσίτη λόγω της αποτυχίας του να εισπράξει αξία και της χρεοκοπίας και συνεπακόλουθης κατάσχεσης σε ένα αγοραστή σπιτιού (ιδιαίτερα αν ο αγοραστής είναι από τις κατώτερες τάξεις ή από μια φυλετική ή εθνοτική μειονότητα), τότε είναι αρκετά ξεκάθαρο προς τα πού θα πάει το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι ταξικές και οι φυλετικές προκαταλήψεις παίζουν σημαντικό ρόλο σ΄ αυτά τα ζητήματα.

Επιπρόσθετα, οι αγορές περιουσιακών στοιχείων αποτελούμενων από σπίτια και γη έχουν αναπόφευκτα έναν χαρακτήρα σχήματος «πυραμίδας», ακόμα και χωρίς κάποιον σαν τον Bernie Madoff στην κορυφή. Αγοράζω ένα ακίνητο και οι τιμές των ακινήτων ανεβαίνουν: έτσι, μια αναπτυσσόμενη αγορά ενθαρρύνει κι άλλους να αγοράσουν. Όταν η δεξαμενή των αγοραστών που πραγματικά θα μπορούν να ξεπληρώσουν τα χρέη τους στερέψει, τότε γιατί να μην πάμε στα χαμηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια και στους αγοραστές υψηλού ρίσκου που καταλήγουν να μην έχουν εισόδημα, ώστε να πουλήσουν γρήγορα το περιουσιακό στοιχείο καθώς η αγορά ανεβαίνει; Μ΄ αυτόν τον τρόπο εξελίσσσονται συνήθως τα πράγματα, μέχρι τη στιγμή που η φούσκα σκάει. Τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν πολύ ισχυρά κίνητρα να συντηρούν τη φούσκα όσο περισσότερο μπορούν. Το πρόβλημα είναι πως συχνά δεν έχουν τη δυνατότητα να κατέβουν από το τρένο πριν αυτό καταστραφεί, επειδή το τρένο επιταχύνει πολύ γρήγορα. Εδώ είναι όπου η έλειψη συγχρονισμού στις πληρωμές, κάτι που ο Μαρξ τόσο έξυπνα ανέλυσε στον 2ο τόμο του Κεφαλαίου, γίνονται επίσης σημαντικές[23]. Τα συμβόλαια που χρηματοδοτούν τις κατασκευές συντάσσονται πολύ πριν αρχίσουν οι πωλήσεις. Οι χρονικές υστερήσεις είναι συχνά μεγάλες. Το Empire State Building στη Νέα Υόρκη άνοιξε την πρωτομαγιά του 1931, σχεδόν δυο χρόνια μετά το κραχ στο χρηματιστήριο και περισσότερο από τρία χρόνια μετά το κραχ στην αγορά ακίνητης περιουσίας. Οι Δίδυμοι Πύργοι άνοιξαν λίγο μετά το κραχ του 1973 (και για χρόνια δεν μπορούσαν να βρουν ιδιώτες ένοικους) και τώρα η ανακατασκευή στον τόπο της 11ης Σεπτεμβρίου θα είναι διαθέσιμη σε μια εποχή που οι τιμές ακινήτων είναι σε ύφεση! Εφόσον η είσπραξη των παραχθέντων αξιών είναι τόσο σημαντική για την ανάκτηση των αρχικών δανείων, οι χρηματοπιστωτικές εταιρίες θα κάνουν τα πάντα για να τονώσουν την αγορά πάνω από τις πραγματικές τις δυνατότητες.

Υπάρχουν όμως και θέματα που αφορούν τη μακρά περίοδο και πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη. Αν οι μελέτες του Εθνικού Γραφείου Οικονομικής Έρευνας είναι σωστές, η κατάρρευση της κατασκευαστικής άνθησης μετά το 1928, η οποία εκδηλώθηκε ως μια πτώση 2 δις. δολλαρίων (τεράστια για την εποχή) στις κατασκευές σπιτιών και μια κατάρρευση στην έναρξη κατασκευής νέων σπιτιών σε λιγότερο από το 10% του προηγούμενου αριθμού τους στις μεγαλύτερες πόλεις, έπαιξε ένα σημαντικό αλλά όχι ακόμη εντελώς κατανοητό ρόλο στο κραχ του 1929. Σε ένα λήμμα στη Wikipedia διαβάζουμε: «η εξαφάνιση 2 εκατ. καλά αμοιβόμενων δουλειών στις κατασκευές ήταν καταστροφική, όπως επίσης και η απώλεια κερδών και ενοικίων που καθήλωσε πολλούς ιδιοκτήτες και επενδυτές στην αγορά ακινήτων».[24] Αυτό σίγουρα είχε συνέπειες για τη γενικότερη εμπιστοσύνη στο χρηματιστήριο. Δεν είναι να απορούμε για τις απεγνωσμένες μετέπειτα προσπάθειες της κυβέρνησης του Ρούσβελτ να αναζωογονήσει τη στεγαστική αγορά. Γι’αυτό το σκοπό εκτελέστηκε ένας μεγάλος αριθμός μεταρρυθμίσεων στη πιστωτική αγορά ενυπόθηκων δανείων, με απόγειο τη δημιουργία μιας δευτερογενούς αγοράς μέσω της ίδρυσης της Ομοσπονδιακής Εθνικής Ένωσης Υποθηκών (Fannie Mae) to 1938. Ο ρόλος της Fannie Mae ήταν να ασφαλίζει τις υποθήκες και να επιτρέπει στις τράπεζες και σε άλλους δανειστές να πουλούν τα ενυπόθηκα δάνεια, παρέχοντας έτσι την αναγκαία ρευστότητα στη στεγαστική αγορά. Αυτές οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις έπαιξαν σημαντικό ρόλο αργότερα στην προαστικοποίηση των ΗΠΑ μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Αν και αναγκαίες, δεν ήταν αρκετές για να βάλουν την κατασκευή κατοικιών σε διαφορετικό επίπεδο στη διαδικασία της αμερικανικής οικονομικής ανάπτυξης. Επινοήθηκαν κάθε είδους φορολογικά κίνητρα (όπως η παρακράτηση φόρου στους τόκους των ενυπόθηκων δανείων), μαζί με το Νόμο G.I. και μια πολύ θετική νομοθετική πράξη περί οικιών το 1947, η οποία κήρυσσε το δικαίωμα όλων των Αμερικάνων να ζουν σε ένα «αξιοπρεπές σπίτι σε ένα αξιοπρεπές περιβάλλον διαβίωσης», για την προώθηση της ιδιοκτησίας κατοικίας για πολιτικούς καθώς και οικονομικούς λόγους. Η ιδιοκτησία κατοικίας προωθήθηκε ευρέως ως κεντρικό στοιχείο του «Αμερικάνικου Ονείρου» και αυξήθηκε από λίγο πάνω από το 40% του πληθυσμού στη δεκαετία του ’40 σε περισσότερο από το 60% κατά τη δεκαετία του ’60, και γύρω στο 70% στο απόγειό της το 2004 (το 2010 είχε υποχωρήσει στο 66%). Η ιδιοκτησία κατοικίας μπορεί να είναι μια εδραιωμένη πολιτισμική αξία στις ΗΠΑ, αλλά πολιτισμικές αξίες τέτοιου είδους πάντα καλλιεργούνται καλύτερα όταν προωθούνται και επιδοτούνται από κρατικές πολιτικές. Οι λόγοι που προτάσσονται για τέτοιες πολιτικές είναι όλοι αυτοί που αναφέρει η έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας. Αλλά οι πολιτικοί λόγοι σπάνια πλέον αναφέρονται: όπως πολύ ανοιχτά αναφερόταν στη δεκαετία του ’30, οι φορτωμένοι με χρέη ιδιοκτήτες κατοικιών δεν απεργούν[25]! Οι στρατιώτες που γύρισαν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο θα αποτελούσαν μια κοινωνική και πολιτική απειλή αν επέστρεφαν στην ανεργία και την ύφεση. Τι καλύτερος τρόπος υπάρχει για να πετύχεις με ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια: αναζωογόνησε την οικονομία μέσω μαζικών κατασκευών σπιτιών και προαστικοποίησης και κάνε τους καλύτερα αμειβόμενους εργάτες να συμπαθούν τους συντηρητικούς πολιτικούς μέσω της ιδιοκτησίας κατοικίας!

Κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 αυτές οι πολιτικές δούλεψαν, τόσο από πολιτική όσο και από μακροοικονομική πλευρά, εφόσον υποστήριξαν δυο δεκαετίες ισχυρής μεγέθυνσης στις ΗΠΑ και οι συνέπειες αυτής της μεγέθυνσης διαχύθηκαν παγκοσμίως. Το πρόβλημα ήταν πως η διαδικασία αστικοποίησης ήταν γεωγραφικά άνιση όσο και οι ροές εισοδημάτων σε διαφορετικά κομμάτια της εργατικής τάξης. Ενώ τα προάστια άνθησαν, το εσωτερικό των πόλεων έπεσε σε στασιμότητα ή γνώρισε πτώση. Ενώ η «λευκή» εργατική τάξη άνθισε, δε συνέβη το ίδιο για τις μειονότητες – ως επί το πλείστον αφροαμερικάνοι – του εσωτερικού των πόλεων. Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά από εξεγέρσεις στο εσωτερικό των πόλεων όπως στο Ντιτρόιτ ή στο Watts, με αποκορύφωμα τις αυθόρμητες εξεγέρσεις σε περίπου σαράντα πόλεις ως επακόλουθο της δολοφονίας του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ το 1968. Η διαδικασία αυτή ονομάστηκε «αστική κρίση»: συνέβαινε μπροστά στα μάτια όλων, οπότε κανείς δεν μπορούσε να ισχυριστεί πως δεν ξέρει επ΄ αυτού (αν και δεν ήταν από μακροοικονομική σκοπιά μια κρίση της αστικοποίησης). Για την αντιμετώπιση της κρίσης, εκταμιεύθηκαν πολύ μεγάλα χρηματικα ποσά από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό μετά το 1968, μέχρι που ο Νίξον κήρυξε ότι η κρίση τελείωσε (για δημοσιονομικούς λόγους) στην ύφεση του 1973[26].

Οι παράπλευρες συνέπειες της διαδικασίας αυτής ήταν πως η Fannie Mae έγινε μια κυβερνητικά χρηματοδοτούμενη ιδιωτική εταιρία το 1968 και, αφού της εξασφάλισαν έναν «ανταγωνιστή», την Ομοσπονδιακή Εταιρία Υποθηκών (Freddie Mac) τo 1972, οι δύο θεσμοί έπαιξαν πολύ σημαντικό και τελικά καταστροφικό ρόλο στην προώθηση της ιδιοκτησίας κατοικιών και στη διατήρηση του κατασκευαστικού κλάδου κατοικιών για πάνω από περίπου 50 χρόνια. Το ενυπόθηκο χρέος αποτελεί περίπου το 40% του συσσωρευμένου ιδιωτικού χρέους στις ΗΠΑ, μεγάλο μέρος του οποίου, όπως έχουμε δει, είναι τοξικό χρέος. Τόσο η Fannie Mae όσο και η Freddie Mac έχουν περάσει πάλι σε κυβερνητικό έλεγχο. Το τι να κάνουμε με αυτές αποτελεί ένα πολιτικό ερώτημα που συζητείται εντόνως (όπως και οι επιδοτήσεις για ιδιοκτησία κατοικιών) σε σχέση με τη γενικότερη συζήτηση για το χρέος στην Αμερική. Ό,τι και να γίνει θα έχει πολύ σημαντικές συνέπειες για το μέλλον του οικιστικού τομέα, αλλά και πιο γενικά, για την αστικοποίηση σε σχέση με την κεφαλαιακή συσσώρευση στις ΗΠΑ.

Τα τωρινά σημάδια στις ΗΠΑ δεν είναι ενθαρρυντικά. Ο στεγαστικός τομέας δεν αναζωογονείται. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις πως βαίνει προς μια τρομακτική «διπλή» ύφεση καθώς το ομοσπονδιακό χρήμα στεγνώνει και η ανεργία παραμένει υψηλή. Οι ενάρξεις νέων κατασκευών σπιτιών έχουν βυθιστεί για πρώτη φορά σε επίπεδα χαμηλότερα από εκείνα της εποχής πριν τη δεκαετία του ’40. Το Μάρτιο του 2011 η ανεργία στον κατασκευαστικό κλάδο ήταν πάνω από 20% ενώ στη βιομηχανία ήταν στο 9,7%, πολύ κοντά στον εθνικό μέσο όρο. Κατά τη Μεγάλη Ύφεση, περισσότεροι από το 25% των εργατών στον κατασκευαστικό κλάδο παρέμειναν άνεργοι μέχρι ακόμα και το 1939. Το να τους βρουν δουλειά αποτελούσε σημαντικό στόχο δημόσιων παρεμβάσεων (όπως της Υπηρεσίας Διαχείρισης Προόδου των Έργων – Works Progress Administration, WPA). Οι προσπάθειες της κυβέρνησης Ομπάμα να δημιουργήσουν ένα πακέτο τόνωσης έχει σε μεγάλο βαθμό ματαιωθεί λόγω της αντιπολίτευσης των Ρεπουμπλικάνων. Τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα λόγω της φρικτής κατάστασης των πολιτειακών και τοπικών οικονομικών στις ΗΠΑ, που έχουν ως αποτέλεσμα απολύσεις και αναγκαστικές άδειες, καθώς και «άγριες» περικοπές στις αστικές υπηρεσίες. Η κατάρρευση της στεγαστικής αγοράς και η πτώση στις τιμές των κατοικιών κατά 20% ή και περισσότερο σε εθνικό επίπεδο, έχουν βουλιάξει τα τοπικά δημόσια οικονομικά που σε μεγάλο βαθμό στηρίζονται στους φόρους ιδιοκτησίας. Μια αστική δημοσιονομική κρίση δημιουργείται καθώς οι πολιτειακές και δημοτικές κυβερνήσεις κόβουν δαπάνες και ο κατασκευαστικός κλάδος μαραζώνει.

Στην κορυφή όλων αυτών έχουμε μια ταξική πολιτική λιτότητας, η οποία ασκείται για πολιτικούς και όχι οικονομικούς λόγους. Ακραίες δεξιές Ρεπουμπλικανικές κυβερνήσεις σε πολιτειακό και τοπικό επίπεδο χρησιμοποιούν την χαρακτηριζόμενη ως κρίση χρέους για να περικόψουν κυβερνητικά προγράμματα και να μειώσουν τους δημόσιους υπαλλήλους σε πολιτειακό και τοπικό επίπεδο. Αυτή φυσικά είναι μια μακρόχρονη τακτική μιας υποκινούμενης από το κεφάλαιο επίθεσης στα κυβερνητικά προγράμματα γενικότερα. Ο Ρέιγκαν μείωσε τους φόρους στους πλούσιους από το 72 στο 30% και ξεκίνησε έναν ανταγωνισμό εξοπλισμών με τη Σοβιετική Ένωση μέσω αυξανόμενου χρέους. Η κίνηση αυτή είχε ως συνέπεια την υπερβολική αύξηση του χρέους κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του. Όπως παρατήρησε αργότερα ο διευθυντής προϋπολογισμού του, ο David Stockman, η αύξηση του χρέους αποτέλεσε μια βολική δικαιολογία για την επίθεση σε κυβερνητικές ρυθμίσεις (π.χ. περιβαλλοντικές) και κοινωνικά προγράμματα, εξωτερικεύοντας έτσι τα κόστη της υποβάθμισης του περιβάλλοντος και της κοινωνικής αναπαραγωγής. Ο πρόεδρος Μπους ο νεότερος ακολούθησε πιστά το παράδειγμα αυτό, όπως φαίνεται από αυτό που διακήρυσσε ο αντιπρόεδρος του, ο Ντικ Τσέινι, λέγοντας πως «ο Ρήγκαν μας έμαθε πως τα ελλείμματα δεν έχουν σημασία»[27]. Οι περικοπές φόρων για τους πλούσιους, οι δύο πόλεμοι στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, κι ένα μεγάλο δώρο στις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρίες μέσω ενός πολιτειακά χρηματοδοτούμενου προγράμματος συνταγογράφησης φαρμάκων, μετέτρεψαν το πλεόνασμα του προϋπολογισμού επί Κλίντον σ΄ ένα τεράστιο έλλειμμα, δίνοντας αργότερα τη δυνατότητα στους Ρεπουμπλικάνους και τους συντηρητικούς Δημοκρατικούς να κάνουν τη δουλειά τους για το κεφάλαιο, και να εξωτερικεύσουν όσο το δυνατόν περισσότερο αυτά τα κόστη που το κεφάλαιο δε θέλει ποτέ να αναλάβει: τα κόστη της υποβάθμισης του περιβάλλοντος και της κοινωνικής αναπαραγωγής.

Η επίθεση στο περιβάλλον και την ευημερία των ανθρώπων είναι αναμενόμενη και λαμβάνει χώρα για πολιτικούς και ταξικούς λόγους, όχι για οικονομικούς. Προκαλεί, όπως ο David Stockman παρατήρησε πρόσφατα, ένα καθεστώς αγνού ταξικού πολέμου. Όπως επίσης σημειώνει ο Γουόρεν Μπάφετ, «σαφώς και υπάρχει ταξικός πόλεμος, και είναι η δική μου η τάξη, οι πλούσιοι, που τον κάνουν και κερδίζουμε».[28] Το μόνο ερώτημα είναι αυτό: πότε ο λαός θα αρχίσει να πολεμάει ταξικά κι αυτός; Κι ένα από τα μέρη που θα ξεκινούσε θα μπορούσε να είναι με το να επικεντρωθεί στην ταχέως υποβαθμιζόμενη ποιότητα της ζωής στις πόλεις λόγω των κατασχέσεων, την επιμονή στις ληστρικές πρακτικές στις αστικές στεγαστικές αγορές, τις μειώσεις στις κοινωνικές υπηρεσίες και, πάνω απ’ όλα, την απουσία βιώσιμων ευκαιριών αστικής απασχόλησης σχεδόν παντού, με κάποιες πόλεις (με τρανό παράδειγμα το Ντητρόιτ) εντελώς χωρίς προοπτικές απασχόλησης. Η κρίση τώρα είναι μια αστική κρίση στον ίδιο βαθμό όπως πάντα.

Υποσημειώσεις

17. David Harvey, The Urbanisation of Capital, Oxford: Blackwell, 1985 και The Enigma of Capital, and the Crises of Capitalism, London: Profile Books, 2010.

18. Brinley Thomas, Migration and Economic Growth: A Study of Great Britain and the Atlantic Economy, Cambridge: Cambridge University Press, 1973.

19. Leo Grebler, David Blank and Louis Winnick, Capital Formation in Residential Real Estate, Princeton: Princeton University Press, 1956. Clarence Long, Building Cycles and the Theory of Investment, Princeton: Princeton University Press, 1940. Manuel Gottlieb, Long Swings in Urban Development, New York: National Bureau of Economic Research, 1976.

20. Marx, Capital, τόμος 3, κεφάλαιο 25.

21. Karl Marx, Capital, τόμος 1, London: Penguin, 1973, σελ. 793.

22. John Logan and Harvey Molotch, Urban Fortunes: The Political Economy of Place, Berkeley: University of California Press, 1987.

23. Marx, Capital, τόμος 2, 2ο μέρος.

24. ‘Cities in the Great Depression’, Wikipedia, διαθέσιμο σε http://www.wikipedia.org.

25. Martin Boddy, The Building Societies, London: Macmillan, 1980.

26. The Kerner Commission, Report of the National Advisory Commission on Civil Disorders, Washington, DC: Government Printing Office, 1968.

27. Jonathan Weisman, ‘Reagan Policies Gave Green Light to Red Ink’, Washington Post, 9 Ιουνίου 2004; William Greider, ‘The Education of David Stockman, Atlantic Monthly, Δεκέμβριος 1981.

28. Warren Buffett, συνέντευξη στον Ben Stein, ‘In Class Warfare, Guess Which Class Is Winning’, New York Times, 26 Νοεμβρίου 2006; David Stockman, ‘The Bipartisan March to Fiscal Madness’, New York Times, 23 Απριλίου 2011.

Μετάφραση: Μιχάλης Βεληζιώτης

Πηγή: New Left Project



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s