Τοποθέτηση στην εκδήλωση του «Ποτέ Ξανά»

26 Μαϊου 2011 [Ποτέ Ξανά]

Θέλουμε να συμβάλουμε στην συζήτηση για την κυριαρχία του  ρατσιστικού λόγου και την εξάπλωση και νομιμοποίηση της ρατσιστικής βίας που κλιμακώνεται τα τελευταία χρόνια, αναδεικνύοντας τον τρόπο που αυτά τα φαινόμενα αναπαράγονται από τον επίσημο κυβερνητικό λόγο, αλλά και από τα κατά καιρούς εξαγγελλόμενα ή και προωθούμενα μέτρα για την πόλη.

Είναι δεδομένο ότι οι περιοχές του κέντρου της Αθήνας, όπως και πολλές άλλες που δεν εμφανίζονται τόσο συχνά στα μέσα ενημέρωσης, και οι άνθρωποι που κατοικούν σε αυτές, μόνιμα ή προσωρινά, έχουν πολλά προβλήματα. Ποια όμως είναι αυτά; Ποιοι άνθρωποι και ποιες ομάδες πλήττονται και πως; Και κυρίως ποιές μπορούν να είναι οι απαντήσεις σε αυτά τα προβλήματα;

Τρία σημεία που περιγράφουν την προσέγγιση της εξουσίας σε αυτά τα ερωτήματα:

Το πρώτο αφορά στην κατασκευή των προβλημάτων: Οι όροι με τους οποίους περιγράφουμε την πραγματικότητα, κάθε άλλο παρά ουδέτεροι είναι. Κατασκευάζουν τον τρόπο που βλέπουμε τη φτώχεια στις πόλεις, και καθορίζουν το πως φτάνουν διάφορες περιοχές να κατανοούνται ως «πρόβλημα», μια διαδικασία που συνήθως πάει μαζί με τον εντοπισμό των «προβληματικών ομάδων».

Στην παρούσα συγκυρία, το κράτος και οι αρμόδιοι φορείς επιλέγουν να υιοθετήσουν τη ρητορεία των ακραίων απόψεων που έχουν κυριαρχήσει και αναπαράγονται συστηματικά από τα μέσα ενημέρωσης. Μάλιστα, δείχνει να αντιδρά, ανακοινώνοντας έκτακτα, κάθε φορά, μέτρα, μόνο σε περιόδους έξαρσης των φαινομένων. Επιβεβαιώνοντας με αυτόν τον τρόπο τα αισθήματα φόβου και ανασφάλειας, επιβεβαιώνοντας την επείγουσα φύση των καταστάσεων και εν τέλει δικαιολογώντας τις πρακτικές βίας που αναπτύσσονται.

Η υιοθέτηση λέξεων όπως «κατάντια», «υποβάθμιση», «άνδρο ανομίας», «γκετοποίηση» από επίσημα χείλη, εμπεριέχει τον στιγματισμό ομάδων και περιοχών μεταθέτοντας έτσι τις αιτίες των προβλημάτων σε συγκεκριμένες ομάδες και όχι σε πολιτικές αποφάσεις ή δομικά προβλήματα. Αντίστοιχα η συνειδητή εγκατάλειψη, στην τύχη τους, ανθρώπων και περιοχών μέχρι που να «μην πάει άλλο» συντηρεί μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, κάνοντας τα μέτρα καταστολής, ποινικοποίησης και εκτοπισμού να μοιάζουν αναπόφευκτα.

Το δεύτερο σημείο αφορά στην συστηματική ομογενοποίηση ομάδων και χώρων που συσκοτίζει τις  πραγματικές διαστάσεις των ζητημάτων.

Ο κυβερνητικός λόγος εσκεμμένα χρησιμοποιεί γενικεύσεις ομογενοποιώντας κοινωνικές ομάδες με πολύ μεγάλες διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό τους όπως οι μετανάστες, οι κάτοικοι ή οι επιχειρηματίες. Επιπλέον οι γενικεύσεις αυτές κατασκευάζουν έναν κοινό τόπο (μια κοινή ανάγνωση των προβλημάτων και επομένως και των αναγκαίων λύσεων) που βασίζεται σε ανακρίβειες έως και ψέματα για την πραγματική κατάσταση.

Η ίδια η λέξη κέντρο χρησιμοποιείται κάθε φορά για να περιγράψει πολύ διαφορετικές περιοχές με πολύ διαφορετικά προβλήματα και ανάγκες.

Είναι γνωστό ότι το επίσημα ορισμένο ως ιστορικό κέντρο (Πλάκα, εμπορικό τρίγωνο, Ομόνοια, Ψυρη, Μεταξουργείο) δεν είχε ποτέ μεγάλη πυκνότητα κατοίκων, αντίθετα ήταν περιοχή εμπορίου, υπηρεσιών, γραφείων, βιοτεχνιών οι οποίες με τον καιρό παρήκμασαν, έφυγαν, αφήνοντας κενά.

Ενώ στις περιοχές κατοικίας γύρω από το κέντρο (Αχαρνών, Πατήσια, Κυψέλη) από την δεκαετία του 80 ο γηγενής πληθυσμός μετακομίζει προς τα προάστια, αφήνοντας χώρο για την εγκατάσταση πιο φτωχών κατοίκων, σε μεγάλο ποσοστό μεταναστών.

Έτσι η επίκληση της «φυγής των κατοίκων από το κέντρο» και η ανάγκη «επανακατοίκησης του κέντρου» αντηχεί μάλλον τις προσδοκίες επενδυτικών συμφερόντων για την διευκόλυνση της αγοράς σε συγκεκριμένα σημεία της πόλης (όπως φαίνεται και από τις προτεραιότητες των πρόσφατων μέτρων), παρά κάποιες πραγματικές ανάγκες.

Αντίστοιχα η αναφορά στην εγκληματικότητα (εν γένει) και την ανομία, σε συνδυασμό πάντα με την «λαθρομετανάστευση» ενοχοποιεί αυτόματα και πάλι ενιαία τους μετανάστες για την εξάπλωση των παραβατικών δραστηριοτήτων αγνοώντας (ή αποκρύπτοντας) τα τεράστια κέρδη που αποφέρουν αυτές οι δραστηριότητες και που εμπλέκουν δίκτυα που ξεπερνούν τα χωρικά όρια των περιοχών αυτών.

Το τρίτο σημείο αφορά στη χωρικοποίηση των κοινωνικών ζητημάτων : Ο εντοπισμός του προβλήματος σε έναν συγκεκριμένο τόπο επιτρέπει στο αντιμετωπιστούν χωρικά και με περιορισμένη εμβέλεια, ζητήματα πρωτίστως κοινωνικά και που αφορούν πολύ ευρύτερες ομάδες και διαδικασίες όπως είναι τα ζητήματα της φτώχειας, της ανεργίας και των πολλαπλών κοινωνικών αποκλεισμών. Είναι χαρακτηριστικό ότι το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως σε κάποιες γειτονιές, και συγκεκριμένα στην κακή εικόνα της, στην κατάσταση των κτιρίων της και στον φτωχό σχεδιασμό των δημόσιων χώρων της. Στην ίδια κατηγορία αθροίζεται η ορατότητα ευάλωτων ομάδων στους δρόμους, που αντιμετωπίζονται ως πρόβλημα για την πόλη, παρά ως άνθρωποι που έχουν προβλήματα. (Αυτή η προσέγγιση πιθανά εκφράζει και συγκεκριμένα επενδυτικά συμφέροντα που προσδοκούν υπεραξίες από την ανάπλαση αυτών των περιοχών.)

Τα σημεία που επισημάναμε παραπάνω εντυπώνονται και στην πρόσφατη δέσμη μέτρων για το κέντρο. Και πάλι η κυβέρνηση και οι φορείς των πολιτικών επιλέγουν να κλείσουν τα μάτια στα πραγματικά προβλήματα προβάλλοντας το κέντρο ως ένα δυνητικά αξιοποιήσιμο επενδυτικό πεδίο.

Δεν υπάρχει χρόνος να αναφερθούμε αναλυτικά σε αυτά τα μέτρα μπορούμε όμως να τα συνοψίσουμε σε τρείς γενικούς άξονες:

  • Αστυνομικά μέτρα- αστυνόμευση και καταστολή  σε συνδυασμό με επιχειρήσεις-σκούπα για τη μεταφορά των χωρίς χαρτιά σε περιφερειακά κρατητήρια και απελάσεις μεταναστών.
  • Απομάκρυνση και συρρίκνωση των κοινωνικών δομών στο όνομα της αποκέντρωσης και της εκκαθάρισης του κέντρου από τους απόκληρους.
  • Σημειακές αναπλάσεις και πεζοδρομήσεις και επιλεκτική αναθέρμανση της αγοράς ακινήτων για «επιστροφή της κατοικίας» με ειδικά φορολογικά μέτρα που θα λειτουργήσουν πιλοτικά στην περιοχή Γεράνι της Ομόνοιας και στον Κεραμικό/Μεταξουργείο

Ως προϋπόθεση για την «επιτυχία» των παραπάνω μέτρων είναι η αποκατάσταση του αισθήματος ασφάλειας. Και ως επιτυχία νοείται η αποκατάσταση της τουριστικής εικόνας και η κερδοφορία των όποιων επενδύσεων. Αυτό που ιεραρχείται ως πρωτεύον είναι η απομάκρυνση των μεταναστών και ο εκτοπισμός της ορατότητας των κοινωνικών προβλημάτων. Ο ρόλος της αστυνομίας εμφανίζεται κομβικός για την εφαρμογή κοινωνικών και πολεοδομικών προγραμμάτων. Είναι άλλωστε γνωστό ότι αποτελεί την εύκολη και πιο φτηνή λύση.

Η ανάπτυξη ενός ειδικού Σχεδίου Δράσης που προτείνεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης επιτρέπει να δαπανηθούν (από το πράσινο ταμείο και σε μορφή φοροαπαλλαγών) δημόσια χρήματα σε επιμέρους αποσπασματικά συμβολικά ή πραγματικά έργα στην πόλη. Σε αυτό το Σχέδιο αθροίζονται αδιακρίτως νέες κοινωνικές υποδομές (όπως σχολεία), ενώ είναι γνωστό οτι την ίδια στιγμή επιβάλλονται σημαντικές περικοπές στις κοινωνικές πολιτικές (εκπαίδευση, υγεία…) και στον γενικότερο δημόσιο τομέα (συγκοινωνίες…). Αντί να αντιμετωπιστούν με συστηματικό τρόπο προβλήματα που εδώ και καιρό έχουν επισημανθεί από οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στο κέντρο, το έντονο κυβερνητικό ενδιαφέρον για τις περιοχές του κέντρου μεταφράζεται σε εστίαση σε ορισμένες πλευρές των ζητημάτων και στην διαφορετική ιεράρχηση των προβλημάτων.

Είναι ξεκάθαρο οτι οι πολιτικές αυτές και ο λόγος που τις πλαισιώνει εμπεριέχουν και αναπαράγουν την βία και το ρατσισμό. Αυτό συμβαίνει τόσο στο ρητορικό επίπεδο με τις εκφράσεις που ενσωματώνουν, όσο και στο επίπεδο υλοποίησης αφού προϋποθέτουν την άσκηση βίας για την εφαρμογή τους. Κυρίως όμως συμβαίνει λόγω όσων δεν περιλαμβάνουν και όσων πραγματικών προβλημάτων δεν αναγνωρίζουν.  Και αυτά είναι η γενικευμένη φτώχεια, η αδυναμία συντήρησης των ελάχιστων συνθηκών διαβίωσης από μεγάλο αριθμό κατοίκων της πόλης, η ραγδαία αύξηση των αστέγων (ντόπιων και μεταναστών), η συρρίκνωση των κοινωνικών παροχών και υποδομών, η εγκατάλειψη του δημόσιου χώρου της καθημερινότητας, η καταπάτηση βασικών δικαιωμάτων.

  • Αντί για την ανάπτυξη μιας πολιτικής για την κατοικία που θα απαντάει στα προβλήματα των σημερινών κατοίκων των γειτονιών του κέντρου, η κυβέρνηση επιλέγει να διευκολύνει επισκευές, αγοραπωλησίες και εκμισθώσεις για όσους έχουν τα λεφτά να τα πληρώσουν και να συνταχθεί με το πλευρό των επενδυτών.
  • Αντί να απαντάει στα καθημερινά προβλήματα των γειτονιών με συντήρηση, καθαριότητα, σχολεία, ιατρεία, κοινωνικές δομές, η κυβέρνηση απαντάει με χρονοβόρες και πολυέξοδες αναπλάσεις πλατειών και σημειακές πεζοδρομήσεις.
  • Αντί να αντιμετωπίζει συστηματικά το οργανωμένο έγκλημα και τους εκμεταλλευτές του ανθρώπινου πόνου, επιλέγει να ενοχοποιήσει τους πιο αδύνατους.

Και αυτές είναι πράξεις βίας.

Από την δική μας πλευρά επιδιώκουμε να ανοίξει ένας διαφορετικός διάλογος για τα ζητήματα της πόλης,  και θέλουμε να συμβάλουμε στη διατύπωση νέων αιτημάτων και διεκδικήσεων, στην κατεύθυνση μιας πόλης αλληλεγγύης, χωρίς αποκλεισμούς.



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s