O κυρίαρχος λόγος για το κέντρο της Αθήνας…

Κείμενο εργασίας [το κείμενο σε pdf]

Καλαντζοπούλου Μαρία, Κουτρολίκου Πέννυ, Πολυχρονιάδη Κατερίνα

Οι όροι με τους οποίους περιγράφονται τα πράγματα και οι καταστάσεις δεν είναι ουδέτεροι. Αντίθετα σηματοδοτούν, χρωματίζουν, ή αναδεικνύουν οπτικές και προσεγγίσεις ή ακόμη και ιδεολογίες. Αλλά ακόμη περισσότερο αποτελούν το ουσιαστικό συστατικό της τέχνης της πολιτικής αλλά και των – προτεινόμενων – πολιτικών… Προωθούν ιδέες, παρουσιάζουν καταστάσεις, νοηματοδοτούν μέσω της ονοματοδοσίας, εγείρουν συναισθήματα και δημιουργούν πεποιθήσεις… ιδιαίτερα όταν μιλάμε για τους κυρίαρχους ή δημόσιους λόγους… Σε αυτούς, «επιστημονικοί όροι» διαπλέκονται με συμβολικές αναπαραστάσεις, αληθινές ή κατασκευασμένες μνήμες, συναισθήματα ή φόβους και ερμηνεύονται… και όπως κάθε ερμηνεία εμπεριέχουν τοποθετήσεις… ενίοτε και χειραγωγήσεις…

Κυρίαρχος λόγος και πραγματικότητα στην πρώην «διαμαντόπετρα στης γης το δαχτυλίδι»….

Η Αθήνα έχει από τη θέση της αναπόφευκτα στολιστεί με ποικίλους χαρακτηρισμούς στη διάρκεια της σύγχρονης ιστορίας της. Η δαιμονοποίηση των συνθηκών ζωής στο κέντρο της Αθήνας, στη μεταπολεμική τουλάχιστον περίοδο, εμφανίζεται στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης με τις συζητήσεις περί «υδροκεφαλισμού» (ενώ ταυτόχρονα έχουν ήδη επισημανθεί οι τάσεις πληθυσμιακής σταθεροποίησης), στη συνέχεια ως ασφυκτική πόλη με το «δηλητηριώδες» (τύπος της εποχής) ή «πολιτικό» της (Τρίτσης, 1982) νέφος. Αντίθετα, στη συνέχεια ακολουθεί μια πορεία σχεδόν μονοσήμαντα θετική στον κυρίαρχο λόγο, με εξαίρεση απόψεις σχετικά με το ζήτημα της μετανάστευσης και των νέων μεταναστών, αλλά και σε σχέση με τη δράση συγκεκριμένων πολιτικών ομάδων. Η θετική προσέγγιση υποστηρίζεται κυρίως μέσα από τα «μεγάλα έργα» που εκσυγχρονίζουν  την πόλη στη δεκαετία του 90, μέσα από τον πρακτικό και ιδεολογικό σημαιοστολισμό που συνδέεται με την υποδοχή και διεξαγωγή των ολυμπιακών αγώνων στην περίοδο 2000-2004 και μέσα από την ευδαιμονία του urbanism σε «ανεξερεύνητες» γωνιές της πόλης που κοινωνούν τα free press έντυπα στη μετα-ολυμπιακή περίοδο. Παράλληλα, το αντι-μεταναστευτικό συναίσθημα δείχνει να μειώνεται και η Αθήνα αρχίζει να αγκαλιάζει την πολυπολιτισμικότητα, που εγγυώνται ορισμένες κατηγορίες μεταναστών συμπολιτών μας, και που μοιάζει να είναι το τελευταίο πράγμα που της έλειπε προκειμένου να προσκτηθεί τον τίτλο της διεθνούς μητρόπολης.

Εντούτοις, σύντομα, κάτι αλλάζει. Οι προσδοκίες για αναπτυξιακό boom σε περιοχές του κέντρου, τις οποίες εξέθρεψε το γεγονός των ολυμπιακών αγώνων, δείχνουν να ματαιώνονται, οι μετανάστες – εγγυητές της πολυπολιτισμικότητας χάνουν το προσωρινό τους φωτοστέφανο, ομάδες οργανωμένου εγκλήματος καταλαμβάνουν πιο εντατικά και συστηματικά γωνιές της πόλης και το κέντρο αρχίζει εκ νέου να δαιμονοποιείται, αυτή τη φορά όμως με όρους ψυχολογικούς ή ψυχο-κοινωνικούς. Λέξη – κλειδί: το «γκέτο».

Από το 2007 και μετά, όταν ξαναεμφανίστηκε (για να μείνει αυτή τη φορά) ο προσδιορισμός ghetto για περιοχή του κέντρου της Αθήνας (LIFO, 2007) ξεκίνησε η «μηντιακή» «γκετοποίηση» του ιστορικού κέντρου (ή «ιστορικού γκέτο» για κάποιους (1)) της Αθήνας η οποία σταδιακά «επεκτάθηκε» και χαρακτήρισε πολλές από τις γειτονιές του. Και σε αυτό συνέβαλαν πολλαπλοί παράγοντες…

Αναμφίβολα, πολλές από τις γειτονιές του κέντρου της Αθήνας, μετά από χρόνια διαδικασία εγκατάλειψης και ροών μετακίνησης των παλαιότερων και νεότερων κατοίκων τους (εισροών και εκροών), βρέθηκαν αντιμέτωπες με πολλαπλά προβλήματα, τα οποία για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμεναν κρυμμένα «κάτω από το χαλάκι» αφού κανείς δεν είχε ως φαίνεται τη διάθεση να προσπαθήσει να τα αντιμετωπίσει. Οι βασικές παράμετροι υποβάθμισης του αστικού περιβάλλοντος στην κεντρική περιοχή της Αθήνας, με την έλλειψη ελεύθερων χώρων και χώρων πρασίνου, τις ασφυκτικές διαστάσεις της ζήτησης για κυκλοφορία και στάθμευση στις κεντρικές περιοχές,  τη ρύπανση παντός είδους, την ελλιπή συντήρηση δημόσιων και ιδιωτικών κτισμάτων, τις ιδιαίτερα μεγάλες πυκνότητες κατοίκησης, τις ελλείψεις σε στοιχειώδεις κοινωνικές υποδομές για την κατοικία, είναι διαστάσεις του προβλήματος που εγκαθίστανται και οργανώνονται ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 70. Δεν μοιάζουν όμως να στοιχειοθετούν πρόβλημα στον κυρίαρχο λόγο, παρά μόνο αφότου κάποια άλλα ζητήματα εμφανίζονται ή εντατικοποιούνται σε γειτονιές της Αθήνας, όπως νόμιμη και παράνομη πορνεία κάθε είδους σε «σπίτια» και πεζοδρόμια, διακίνηση και χρήση ναρκωτικών στο δημόσιο χώρο, βιαιοπραγίες μεταξύ ομάδων ή συμμοριών, και γενικότερα έγκλημα, οργανωμένο και μη. Στην εικόνα αυτή και στο περιθώριο της σταδιακά εντεινόμενης οικονομικής κρίσης, εμφανίζονται και ολοένα και μεγαλύτερα ποσοστά αστέγων που στοιχειώνουν ως ζωντανά φαντάσματα το urban hype της προηγούμενης περιόδου.

Η αιτιακή συσχέτιση των, χρονικά προϋφιστάμενων, παραμέτρων υποβάθμισης με την εγκατάσταση μικρότερου ή μεγαλύτερου κατά τόπους αριθμού μεταναστών, γίνεται εμπειρικά και εν πολλοίς αυθαίρετα και μοιάζει να τροφοδοτεί την κινδυνολογία με όρους αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Οι συγκεκριμένες γειτονιές μπαίνουν σταδιακά στο στόχαστρο του δημόσιου λόγου και αναδεικνύονται αίφνης ως «επικίνδυνες», ενώ οι μετανάστες κάτοικοί τους ως υπ’ αριθμόν ένα δημόσιος κίνδυνος.  Στη συγκυρία της οικονομικής (και όχι μόνο) κρίσης, η καθημερινότητα αλλά και αυτοί καν οι όροι επιβίωσης των φτωχότερων κοινωνικών ομάδων ανεξαρτήτως εθνοτικής προέλευσης γίνονται ραγδαία δυσκολότεροι. Μόνο που στη θέση του ενόχου, από τη σκοπιά του δημόσιου και κυρίαρχου λόγου, τοποθετούνται «οι Άλλοι».

Η (από δεκαετίες) «εγκατάλειψη» του κέντρου από τους κατοίκους του επανέρχεται στο δημόσιο λόγο ως καινοφανές φαινόμενο που χρήζει άμεσης αντιμετώπισης. Τοπικά «άβατα» που διαμορφώνουν οι πιάτσες οργανωμένου εγκλήματος σε μη κατοικημένες και υποβαθμισμένες από χρόνια περιοχές, σχετίζονται με τους μετανάστες και συγχωνεύονται ιδεοληπτικά με περιοχές κατοικίας μεταναστών. Τα προϋπάρχοντα προβλήματα υποβάθμισης στις περιοχές κατοικίας ντόπιων και μεταναστών ομογενοποιούνται επιλεκτικά με τα φαινόμενα της εγκληματικότητας, κατ’ εξοχήν κάτω από τον ισοπεδωτικό όρο «γκέτο». Η φαντασιακή / κατασκευασμένη εικόνα και ενίοτε ταυτότητα του κέντρου της Αθήνας αποκτά έτσι στον κυρίαρχο λόγο, μια σειρά από γειτονιές – «γκέτο». Γκέτο το ιστορικό τρίγωνο (Πλατεία Θεάτρου κλπ), γκέτο η Πλατεία Βάθης, γκέτο το Μεταξουργείο, γκέτο η Πλατεία Βικτωρίας, γκέτο η Πλατεία Αττικής, γκέτο η Αχαρνών, γκέτο ο Αγ Παντελεήμονας, γκέτο τα Κάτω Πατήσια, γκέτο η Κυψέλη….

Σικάγο γίναμε… που θα έλεγαν και οι παλιές ελληνικές ταινίες…

 Το ιδεολόγημα του αθηναϊκού «γκέτο» under construction: πώς , πότε και από ποιούς;

Στην κατασκευή (της εικόνας, της ιδέας) του γκέτο στο κέντρο της Αθήνας διαφορετικοί παράγοντες συμμετείχαν με πολλαπλούς τρόπους και για τους δικούς τους – εμφανείς ή μη – λόγους. Η χρονική εξέλιξη της ιστορίας δεν είναι πάντα ξεκάθαρη λόγω της αλληλεπίδρασης των παραγόντων. Αλλά ας ξεκινήσουμε να ξεδιαλύνουμε κάπως το κουβάρι…

Μπορούμε, όπως προαναφέρθηκε, να παρατηρήσουμε μια μεγάλη διαφορά στο δημόσιο λόγο για το κέντρο της Αθήνας πριν και μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Έτσι, μέχρι τότε, η Αθήνα ανακάλυπτε το «μητροπολιτικό της lifestyle», τα loft, το Γκάζι (και τον Κεραμεικό), την πολυπολιτισμικότητα και την τέχνη της πόλης (πχ ReMap, 2007), ενώ η συζήτηση για τη μετανάστευση επικεντρωνόταν (πέρα από μια μειωμένη αλλά συνεχή Αλβανοφοβία) στο αν θα χαθούν δουλειές (ή αν πιθανώς θα ανατιναχτούμε!) από τους Κινέζους νέους κάτοικους της πόλης.

Από το 2005 και μετά, η συζήτηση αλλάζει (όχι μόνο λόγω του πέρατος των Αγώνων αλλά από μια σειρά παραγόντων: οικονομική ύφεση, ΟΚΑΝΑ στο κέντρο, Δουβλίνο ΙΙ κ.ά.). Μια σύντομη έρευνα στα άρθρα των εφημερίδων και στα τηλεοπτικά show τα χρόνια μετά το 2004 μας δείχνει ότι το «γκέτο» εμφανίζεται σε σχέση με το κέντρο της Αθήνας για πρώτη φορά (τις τελευταίες δεκαετίες) το 2007 στην LIFO. Η χρήση του όρου είναι εμβληματική κατά το ότι αφορά περιοχή – στόχο θεσμικών αναπλάσεων και περιοχή – πόλο εναλλακτικής ή όχι διασκέδασης στα όρια του ήδη αλωθέντος από τη βιομηχανία της διασκέδασης Ψυρρή, αλλά και κατά το ότι ο όρος «γκέτο» δεσπόζει σε τίτλο άρθρου ενός ιδιαίτερα επιδραστικού εκείνη την εποχή (σε επίπεδο lifestyle) εντύπου freepress. Στο άρθρο «Ευριπίδου και πέριξ: το νέο γκέτο της Αθήνας» περιγράφεται ως γκέτο η περιοχή της Πλ. Θεάτρου αφού «πρεζάκια, άστεγοι, πόρνες και αλλοδαποί «πετάχτηκαν» σε μία περιοχή. Κι αφέθηκαν και αυτοί και η περιοχή στην τύχη τους», θεωρώντας ως βασικό πρόβλημα τη μετακίνηση εκεί του ΟΚΑΝΑ (λόγω του οποίου μεταφέρθηκε το εμπόριο ναρκωτικών εκεί) αλλά και την πορνεία, τη συγκέντρωση υπηρεσιών υποστήριξης, καθώς εν μέρει και τον μεγάλο αριθμό κέντρων διασκέδασης που άνοιξαν στου Ψυρρή και πέριξ. Όμως η άποψη αυτή, περί γκέτο, δεν υιοθετήθηκε άμεσα από τα κυρίως ΜΜΕ. Προέκυψαν κάποιες πρώτες αναφορές αλλά ουσιαστικά η εγκαθίδρυση της εικόνας της «γκετοποιημένης Αθήνας» ήρθε από το 2009.

Σε μια άλλη μεριά της πόλης, η Πλατεία του Αγ. Παντελεήμονα δημιουργεί τη δική της, τηλεοπτική  κατ’ αρχήν, ιστορία και κατασκευάζει συναφείς πραγματικότητες (με την Πλ. Θεάτρου) που γρήγορα χαρακτηρίζονται ως «γκέτο». Από το 2008 πολλές τηλεοπτικές εκπομπές κατακλύζονται από «κατοίκους» οι οποίοι φωνάζουν για την «κατάντια της γειτονιάς τους» και για το ότι «έγιναν ξένοι στην περιοχή τους». Αυτές οι «ομάδες κατοίκων» αποκτούν προνομιακή παρουσία στα ΜΜΕ και ο λόγος που αρθρώνουν υπερβαίνει τα καθημερινά προβλήματα (που κυμαίνονται από την καθαριότητα μέχρι την εγκληματικότητα) και στοχοποιεί ουσιαστικά τους μετανάστες που κατοικούν ή βρίσκονται στην περιοχή, συνδέοντάς τους άμεσα με όλα τα «κακά» που ταλαιπωρούν την γειτονιά. Κάποιες από αυτές τις ομάδες τις οποίες οικειοποιείται ή κινητοποιεί η άκρα-δεξιά, οργανώνουν κινητοποιήσεις για να διώξουν τους «ξένους» από την περιοχή «τους» και κλείνουν την παιδική χαρά της πλατείας για να μην συγκεντρώνονται μετανάστες και να μην παίζουν εκεί «μεταναστόπουλα» συγκεκριμένων εθνοτικών προελεύσεων (2). Η συνεχής παρουσία τους στα κυρίαρχα ΜΜΕ νομιμοποιεί το λόγο που εκφράζουν (όπως και το λόγο των συναφών πολιτικών παρατάξεων) και ταυτοποιεί ΤΟ πρόβλημα της περιοχής με την ύπαρξη των μεταναστών – προβάλλοντας δηλαδή ό,τι προβληματικό πάνω σε ένα «Άλλο» (αυτό του μετανάστη, μουσουλμάνου, κλπ) αγνοώντας ηθελημένα τόσο την ουσία των προβλημάτων, όσο και τις αιτίες τους. Παράλληλα, με τη «συγκατάθεση» των ΜΜΕ και με την άνοδο των ποσοστών του ΛΑΟΣ στις εκλογές, νομιμοποιείται ένας ρατσιστικός λόγος που εκφράζει απόψεις αλλά και λύσεις για το μεταναστευτικό και για το κέντρο της Αθήνας, ο οποίος οδηγεί στην εκλογική νομιμοποίηση της Χρυσής Αυγής στις πρόσφατες δημοτικές εκλογές (και στην αύξηση επιρροής του ΛΑΟΣ). Το «γκέτο» υιοθετείται πια ως πραγματικότητα της περιοχής η οποία τείνει να αποκτήσει χαρακτηριστικά  ενός άλλου «άβατου» αφού ο οποιοσδήποτε Άλλος/Αλλη που κυκλοφορεί στην περιοχή δύναται να υποστεί τις συνέπειες της εδαφοκυριαρχίας των ακραίων δεξιών ομάδων.

Έτσι, διευρύνεται μια δημόσια συζήτηση για «το πρόβλημα του κέντρου» που  λαμβάνει ως δεδομένο τα «γκέτο του κέντρου», θεωρώντας τη μετανάστευση (στην οποία αποδίδονται ανεξαιρέτως τα ζητήματα εγκληματικότητας, ναρκωτικών, υποβάθμισης κλπ) ως βασική αιτία για τα περισσότερα προβλήματα των κεντρικών γειτονιών.

Σ’ αυτήν τη συζήτηση, από το 2009 και μετά, άρχισαν να εισέρχονται και κάποιοι καλλιτέχνες που σχετίζονταν εργασιακά με περιοχές του κέντρου (3) (κυρίως στην περιοχή του Κεραμεικού και του  Μεταξουργείου), καθώς και ορισμένοι επενδυτές γης και επιχειρηματίες οι οποίοι – για διάφορους λόγους – υιοθετούν τον κυρίαρχο δημόσιο λόγο και ζητούν παρεμβάσεις από την πολιτική εξουσία (ΚΜ πρότυπη γειτονιά, έμποροι, ξενοδόχοι κλπ), σηματοδοτώντας μία αλλαγή από την οπτική του 2007.  Αντίθετα, από τον κυρίαρχο δημόσιο λόγο λείπουν οι διαφορετικοί λόγοι (ο «επιστημονικός» / ακαδημαϊκός επίσης).

Και από αυτήν τη δημόσια συζήτηση δεν λείπουν και οι πολιτικοί και οι δημόσιες διακηρύξεις «στοχευμένων» παρεμβάσεων για την εξυγίανση του κέντρου. Αρχικά (μετά το 2004), ο λόγος για το κέντρο της Αθήνας μπαίνει στον πολιτικό λόγο μέσω της αντιμετώπισης της εγκληματικότητας και της ανασφάλειας περιοχών του κέντρου. Ο Δεκέμβρης του 2008 σηματοδοτεί μια ακόμη τομή στον πολιτικό δημόσιο λόγο για το κέντρο, τόσο λόγω της έμφασης στο ζήτημα της ασφάλειας και της αστυνόμευσης, όσο και λόγω της νομιμοποίησης (ή από-νομιμοποίησης) ομάδων κατοίκων.

Έτσι, από το 2009 και μετά, ο λόγος περί εξυγίανσης του κέντρου μπαίνει στην πολιτική ατζέντα – ως λόγος και ως προθέσεις – και χρωματίζει τόσο τις εθνικές (2009) αλλά κυρίως τις δημοτικές εκλογές (2010). Από τότε, το «θέμα του κέντρου της Αθήνας» βρίσκεται συνεχώς και εντατικά στο μηντιακό τοπίο και σε πολιτικές ανακοινώσεις και προγράμματα τα οποία περιγράφουν το υποβαθμισμένο και γκετοποιημένο κέντρο και τις πολιτικές προθέσεις για την «εξυγίανσή» του.

Το «τοπίο» αυτό τροφοδοτείται μεταξύ άλλων και από έρευνες και πορίσματα, από και για λογαριασμό της κεντρικής διοίκησης, πρωτοφανούς συχνότητας και αριθμού. Με δεδομένη την ποικιλία των αποχρώσεων στην προσέγγιση, ενδεικτικά μπορούν να αναφερθούν με χρονολογική σειρά το υπόμνημα της ΜΚΟ SARCHA «Η Αθήνα και το Ιστορικό της Κέντρο. Από την Αστική Διαχείριση στη Νομή της Πόλης» (1/2010), το «Σχέδιο για το Ιστορικό Κέντρο της Αθήνας» (πόρισμα της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Προστασίας Περιβάλλοντος της Βουλής, 3/2010), το «Δράση στην Αθήνα» (Διυπουργική Επιτροπή 4/2010), το «Αθήνα 2014» (ΥΠΕΚΑ 6/2010), οι «Εκτιμήσεις του Συνηγόρου του Πολίτη για το ιστορικό εμπορικό τρίγωνο Αθηνών» (7/2010), η πιλοτική έρευνα της ΜΚΟ SARCHA «Πόλη Κοινός Πόρος» Αθήνα Γεράνι ΠΚΠ 2010 (12/2010), το ερευνητικό πρόγραμμα του ΕΜΠ «Μεταλλασσόμενοι χαρακτήρες και πολιτικές στα κέντρα πόλης Αθήνας και Πειραιά» (ΥΠΕΚΑ/ΟΡΣΑ 2010-11), το «Πρόγραμμα Στρατηγικών Αναπλάσεων σε πυκνοδομημένες περιοχές κατοικίας / μικτών χρήσεων» (ΥΠΕΚΑ/ΟΡΣΑ, 2010-11), καθώς και οι συζητήσεις στα πλαίσια του υπό αναθεώρηση Ρυθμιστικού Σχεδίου για την Αθήνα / Αττική.

Μέχρι και τον Ιούλιο του 2010 (Αθήνα – Αττική 2014, Συνήγορος του Πολίτη), παρ’ όλη τη διάδοση και γενικευμένη αποδοχή του «γκέτο του κέντρου» από τα ΜΜΕ, οι θεσμικοί φορείς εξακολουθούν να μιλάνε για υποβάθμιση και «αποτροπή φαινομένων γκετοποίησης» (ΣτΠ 2010), δίνοντας όμως ιδιαίτερη έμφαση στην ύπαρξη «αλλοδαπών χωρίς χαρτιά» ως βασικό αίτιο της υποβάθμισης και της ανασφάλειας.  Κάποια (ελάχιστα) αποσπάσματα (έκθεση του ΣτΠ για την περιοχή του Εμπορικού Τριγώνου (Γεράνι)), θέτουν και μια κοινωνική διάσταση, όπως αυτά που αναφέρονται στην ύπαρξη ενός «φαύλου κύκλου υποβάθμισης – παραβατικότητας – κοινωνικού αποκλεισμού – περαιτέρω υποβάθμισης – διάχυσης της παραβατικότητας» με έναν νεοφερμένο πληθυσμό που «φέρει σε μεγάλο βαθμό χαρακτηριστικά «νομαδικού, εκ-τοπισμένου» πληθυσμού που βιώνουν ζωή περιορισμένη στα απολύτως στοιχειώδη της ανθρώπινης ύπαρξης» και οι οποίοι «δημιουργούν ένα αόρατο ιστό, μία «δική τους πόλη» εκτός δικαϊκού χώρου και κάθε έννοιας συνεκτικού κοινωνικού και αστικού ιστού», καθώς επίσης και στον κίνδυνο της Ισλαμοφοβίας.

Παρ’ όλα αυτά, από το καλοκαίρι του 2010 και εν μέσω της επισημοποιημένης πια οικονομικής κρίσης, η συζήτηση για τα γκέτο του κέντρου και την εξυγίανσή του συνεχίζεται στα ΜΜΕ πλέον και με τη συμβολή θεσμικών φορέων. Έτσι, εκπρόσωποι υπουργείων, φορέων, πανεπιστημίων αλλά και άλλοι (αρχιτέκτονες, κινήματα, ομάδες πολιτών & συμφερόντων), συμβάλλουν στη συζήτηση για το πρόβλημα του κέντρου, με όρους που δεν διαφοροποιούνται αισθητά από αυτούς που κυριαρχούν στα ΜΜΕ. Εξίσου σημαντικό ρόλο, αυτόν του προνομιακού συνομιλητή, παίζουν και κάποιες ομάδες πολιτών που, υιοθετώντας τον κυρίαρχο λόγο και την επιτακτική ανάγκη αντιμετώπισης της γκετοποίησης, εκφράζουν ανάλογα αιτήματα για τις περιοχές στις οποίες δραστηριοποιούνται…

Έτσι, η «γκετοποίηση» του κέντρου θεωρείται πλέον ως δεδομένη κατάσταση που περιγράφεται ως «η αδυναμία της αστυνομίας να πάει σε μια περιοχή» (Γ.Γ. Χωροταξίας & Αστικού Περιβάλλοντος ΥΠΕΚΑ (4)) και αφορά εν γένει τις περισσότερες γειτονιές από την Ευριπίδου μέχρι τα Πατήσια και τον Κολωνό (ή Σεπόλια) αδιακρίτως. Στην καλύτερη περίπτωση, η «κρίση του κέντρου» περιγράφεται ως ό,τι εμφανίζει σημάδια «άρχουσας γκετοποίησης» (ΣτΠ, SARCHA) σε συνδυασμό με συνεχόμενη υποβάθμιση (5). Ξανά, η μετανάστευση, και ειδικότερα οι μετανάστες χωρίς χαρτιά (και κατά προτίμηση οι μελαμψότεροι άντρες), εμφανίζονται ως βασική αιτία για την αύξηση της εγκληματικότητας και της ανασφάλειας στις περιοχές.

Συνοψίζοντας, στο βαθμό που οι εκφάνσεις της υποβάθμισης της  ζωής και του αστικού περιβάλλοντος συγχέονται στον κυρίαρχο λόγο, αμήχανα ή εκ προθέσεως, με τα αίτια, έναντι των δύο  πρωταγωνιστών της υποβάθμισης που είναι τα εγκαταλελειμμένα κελύφη και δημόσιος χώρος από τη μια και οι εξαθλιωμένοι – και φερόμενοι ως υπαίτιοι – «κατακτητές» του κέντρου από την άλλη, ως αυτονόητες δράσεις προβάλλουν ο καθαρισμός και η ανάπλαση για τα μεν και ο «καθαρισμός»  – εκδίωξη / αστυνόμευση κλπ και η «ανάπλαση», μέσω υποκατάστασης όμως, για τους δε (με αυτούς ακριβώς τους όρους αναδεικνύεται και το αίτημα της «επανακατοίκησης»).

 Κυρίαρχα ζητήματα στο δημόσιο λόγο

Με δεδομένες τις υπεραπλουστευτικές οπτικές του δημόσιου λόγου, τα προβλήματα και οι συνακόλουθες λύσεις ή προοπτικές , όπως αναγνωρίζονται μέσα σ’ αυτόν, κωδικοποιούνται ως εξής:

Πρόβλημα: Εγκληματικότητα & Φόβος – Απάντηση: Έλεγχος & Καταστολή για Ασφάλεια…

Το ζήτημα της ασφάλειας – γενικά – έχει κεντρική θέση τόσο στις θεσμικές προτάσεις όσο και στις απαιτήσεις που εκφράζονται αλλά και στα θέματα που προβάλλονται μέσω των ΜΜΕ. Βέβαια, δεν αποτελεί αθηναϊκό ή ελληνικό θέμα – απολαμβάνει προνομιακό χαρακτήρα διεθνώς (υπό διαφορετικούς όρους).

Η μετανάστευση αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο του λόγου περί (αν)ασφάλειας και οι μετανάστες φέρονται ως οι βασικοί πρωταγωνιστές στο εγκληματικό τοπίο. Σε αντίθεση με την πρώτη δημοσίευση περί γκέτο (που αφορά στην Πλ. Θεάτρου) στην οποία οι μετανάστες στο δρόμο ήταν «ένας» από τους πολλούς παράγοντες (μαζί με το εμπόριο ναρκωτικών και την πορνεία), η θεσμική αντιμετώπιση των «κλήσεων» για ασφάλεια βάζει κάτω από την ενιαία ταμπέλα «ασφάλεια και εγκληματικότητα» τους μετανάστες χωρίς χαρτιά, το παραεμπόριο, την όποιας μορφής εγκληματικότητα, τις συμμορίες, και την πορνεία. Αναμφίβολα, υπάρχει εγκληματικότητα στο κέντρο της Αθήνας, όμως αυτή λαμβάνει ποικίλες μορφές, η μη διάκριση των οποίων επιτρέπει την ισοπεδωτική στοχοποίηση ομάδων ανθρώπων («πολιτών»), εντείνει την προβαλλόμενη αίσθηση ανασφάλειας και αντιμετωπίζει τη μικρο-παραβατικότητα όμοια με το οργανωμένο έγκλημα (για το οποίο σπάνια γίνεται λόγος στη συζήτηση για το κέντρο).

Σίγουρα υπάρχει «άνθιση» της πορνείας του δρόμου στο κέντρο της Αθήνας και πιθανά όλων των μορφών πορνείας. Σίγουρα υπάρχει μεγάλη (αυξανόμενη ίσως) διακίνηση ναρκωτικών και συγκέντρωση τοξικο-εξαρτημένων ατόμων σε συγκεκριμένες περιοχές του κέντρου (όπως υπήρχε και στο παρελθόν). Σίγουρα υπάρχουν συμμορίες και οργανωμένο έγκλημα (που επίσης υπήρχε και στο παρελθόν). Σίγουρα, όλα τα παραπάνω φαινόμενα βρίσκονται σε διαδικασία μεγέθυνσης τα τελευταία χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, το κάθε ζήτημα έχει εν μέρει άλλες αιτίες και εν πολλοίς άλλες χωρικότητες και ομάδες.

Η θεσμική αντιμετώπιση εστιάζεται θεωρητικά στην αύξηση της αστυνόμευσης και φιλοδοξεί για τον έλεγχο των μεταναστών χωρίς χαρτιά, της πορνείας, των ναρκωτικών και ίσως (!) του οργανωμένου εγκλήματος. Μέχρι στιγμής, πέρα από περιστασιακές επιχειρήσεις «σκούπα» και περιστασιακά αυξημένη αστυνόμευση, δεν φαίνεται κάτι πιο ξεκάθαρο ή/και πιο συστηματικό. Ειδικότερα απέναντι στους «ελεγχόμενους» μετανάστες, η εν γένει συμπεριφορά της ΕΛΑΣ έχει γίνει ήδη θέμα συζήτησης στα διεθνή μέσα. Όσον αφορά στη διακίνηση ναρκωτικών και εκδιδόμενων ατόμων, η αστυνόμευση και ο έλεγχος τίθενται σοβαρά εν αμφιβόλω, στο βαθμό μάλιστα που οι σχετικές «πιάτσες» είναι χωρικά γνωστές και κατά κανόνα αμετακίνητες… Ανάλογα συζητήσιμη είναι και η αποτελεσματικότητα των αποκλειστικά κατασταλτικών προσεγγίσεων … Οπότε τα ερωτηματικά απλά συνεχίζονται…

Είναι αυτονόητο (;) ότι πολλά από τα ζητήματα που εμφανίζονται ως προβλήματα του κέντρου και σχετίζονται (ουσιαστικά ή συμβολικά) με την (αν)ασφάλεια αποτελούν κοινωνικά ζητήματα και καλούν για κοινωνικές και όχι κατασταλτικές πολιτικές. Το θέμα των μεταναστών (με ή χωρίς χαρτιά) και των προσφύγων έχει συζητηθεί ευρέως (και από πολλές οπτικές) όπως και ο συσχετισμός του με την πολιτική Δουβλίνο ΙΙ, αλλά και με την τρέχουσα οικονομική κρίση. Αντίθετα, τα θέματα των αστέγων, των απόρων ή των τοξικο-εξαρτημένων ελάχιστα απασχολούν το δημόσιο λόγο για το κέντρο (με εξαίρεση το ΣτΠ). Και όταν κερδίζουν κάποια «δημοσιότητα» είναι είτε επειδή κηλιδώνουν οπτικά την εικόνα της πόλης ιδιαίτερα στα μάτια των πιο καλοστεγασμένων Αθηναίων, είτε επειδή συνδέονται (και αυτοί) με την (αν)ασφάλεια. Έτσι, η συγκέντρωση πολλών υποδομών υποστήριξης (πχ συσσίτιο, ξενώνας αστέγων, ΟΚΑΝΑ κλπ) στην περιοχή του κέντρου (και συγκεκριμένα στην Πλ. Θεάτρου) θεωρείται de facto προβληματική και o ανασχεδιασμός τους στην κατεύθυνση της αποκέντρωσής τους προβάλλει ως μονόδρομος. Ένα τέτοιο σενάριο, σε συνδυασμό με τις δεδομένες τεράστιες ελλείψεις προνοιακών υποδομών γενικώς, πιθανά θα οδηγήσει σε παντελή εγκατάλειψη των ομάδων συνανθρώπων μας που τις χρειάζονται περισσότερο …

Άλλωστε ήδη από τον Νοέμβριο του 2010 οι Γιατροί του Κόσμου μιλάνε για την Αθήνα ως μια «πόλη σε ανθρωπιστική κρίση» με εκρηκτική αύξηση των αστέγων, των ανθρώπων που τρώνε σε συσσίτια και την αύξηση των ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας (6).

Πρόβλημα: Φεύγουν οι κάτοικοι – Απάντηση: Επανακατοίκηση / Επανάκτηση του κέντρου

 (α) Επιστροφή της κατοικίας και αναπλάσεις…

Η απουσία των κατοίκων, ή σε ορισμένες περιπτώσεις των «επιθυμητών κατοίκων», διαπιστώνεται όπως προαναφέρθηκε όψιμα και με φρίκη ως μια από τις πιο ουσιαστικές εκφράσεις της κρίσης του αθηναϊκού κέντρου. Με αυτή την έννοια, η «επιστροφή της κατοικίας» στο κέντρο της Αθήνας παίρνει θέση κεντρικού ιδεολογήματος / προτάγματος πολιτικής τόσο για τους φορείς όσο και στο λόγο ομάδων πολιτών. Η σχετική πολιτική πρακτικά ταυτίζεται με την παροχή κινήτρων για την κατοίκηση ή τον νέο-«εποικισμό» του κέντρου, συμπεριλαμβάνοντας και ρυθμίσεις για τα εγκαταλειμμένα κτίρια (κυρίως σε ό,τι αφορά στην επανάχρησή τους από δραστηριότητες πολιτιστικές, κοινωνικές, κλπ, τη μετατροπή ορισμένων σε φοιτητικούς ξενώνες, κ.ά.) με την προσδοκία προσέλκυσης – όπως αναφέρθηκε – «επιθυμητών κοινωνικών ομάδων» στις συγκεκριμένες γειτονιές. Αυτές οι επιθυμητές κοινωνικές ομάδες αποτελούνται κυρίως από νέα ζευγάρια, νέους/ες γενικότερα και φοιτητές – ομάδες που σε άλλες πόλεις έχουν κατά διαστήματα ονομασθεί εξευγενιστές (gentrifiers) ή ακόμη και pioneers (Smith, 1996). ‘Η εκφράζουν την (ψευδο)πεποίθηση ότι η προσέλκυση και η άνοδος ενός «creative class» (Florida) θα λύσει ή τουλάχιστον θα αναβαθμίσει μια πόλη.

Φυσικά, οι προτάσεις αναβάθμισης του κέντρου συνοδεύονται και από προτάσεις αναπλάσεων που αφορούν κατά πλειοψηφία την αναβάθμιση δημόσιων χώρων συνοικιακής κλίμακας (όπως των πλατειών Θεάτρου, Αττικής, Αγ. Παντελεήμονα κ.ο.κ.) και μητροπολιτικού αλλά και τοπικού χαρακτήρα πεζοδρομήσεις.

Η «επαναδιεκδίκηση του κέντρου» (με όρους revanchist urbanism) και η αναφορά σε επιθυμητές κοινωνικές ομάδες (ή ακόμη και στην επιθυμία εξευγενισμού) αναδεικνύει τα υποκείμενα στα οποία αυτό το «νέο» κέντρο ιδεατά απευθύνεται και επιθυμεί να αγκαλιάσει. Η «επιστροφή της κατοικίας στο κέντρο» εν μέρει παραγνωρίζει τους ήδη υπάρχοντες κατοίκους τους – νέους ή μη, μετανάστες ή μη – οι οποίοι συντήρησαν κατοικώντας το το πεπαλαιωμένο κτιριακό απόθεμα και αξιοποίησαν (ακόμη και αν δεν ήταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο) τις ιδιοκτησίες πολλών, οι οποίες, υπό άλλες συνθήκες, θα έμεναν άδειες (πχ υπόγεια κ.ά.). Σίγουρα, πολλοί παλαιοί κάτοικοι έφυγαν από το κέντρο προς τα προάστια επιζητώντας να ζήσουν το ελληνικό όνειρο και να αποκτήσουν αυτό που θεωρούσαν ως καλύτερη ποιότητα ζωής. Τη θέση τους, όπως και σε πολλές άλλες πόλεις του κόσμου, πήραν νέοι κάτοικοι πολλοί εκ των οποίων μετανάστες, εσωτερικοί και εξωτερικοί. Σίγουρα, τα προβλήματα κατοικίας στο κέντρο της Αθήνας (και όχι μόνο) είναι σημαντικά και η υπερσυγκέντρωση κατοίκων (και δη φτωχών έως εξαθλιωμένων κατοίκων), πιθανά τα επιδεινώνει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι στις περισσότερες από τις περιοχές – στόχους δεν υπάρχουν κάτοικοι. Αντίθετα, υπάρχουν και μάλιστα πολλοί,  οι οποίοι όμως για διαφορετικούς λόγους βρέθηκαν να κατοικούν σε περιοχές με προϋπάρχουσες μεγάλες πληθυσμιακές συγκεντρώσεις και πολλές φορές – ειδικότερα οι μετανάστες – γίνονται θύματα εκμετάλλευσης από ημεδαπούς ή μη στο ζήτημα της στέγης…

 (β) Αισθητική: Περί του ρόλου της αρχιτεκτονικής…

Το ζήτημα της ευρύτερης αναβάθμισης του κέντρου, όπως εκφράζεται από τους θεσμικούς φορείς, δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στις αναπλάσεις δημόσιων χώρων. Έτσι, μέσα στο 2010 – 11 παρατηρούμε την πραγματοποίηση αρχιτεκτονικών διαγωνισμών για το κέντρο της Αθήνας (Πλ Θεάτρου, Αθήνα Χ4), καθώς επίσης και ανακοινώσεις προθέσεων για περαιτέρω διαγωνισμούς (Αθήνα 2014) και για την πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου. Χαρακτηριστικό αυτής της προσέγγισης αποτελεί η σχεδιαστική ανάπλαση πλατειών σε «κρίσιμες» γειτονιές του κέντρου της Αθήνας, (υπο)δηλώνοντας ότι τα θέματα που αυτές οι περιοχές έχουν να επιλύσουν μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο μέσω του χωρικού σχεδιασμού – τόσο υλικά όσο και συμβολικά.

Παράλληλα, αυτή η προσέγγιση συμπληρώνεται – στοχευμένα ή μη – από αρχιτεκτονικά workshops φορέων ή επενδυτών σε «ευαίσθητες» γειτονιές με τη συμβολή πανεπιστημίων της Ελλάδας ή του εξωτερικού. Ενισχύεται έτσι ένας δημόσιος λόγος για την αντιμετώπιση των προβλημάτων γειτονιών του κέντρου, ο οποίος προβάλλει τη σχεδιαστική ανάπλαση (δημόσιων χώρων) ως βασικό εργαλείο.

Αναμφισβήτητα οι δημόσιοι χώροι είναι ιδιαίτερα σημαντικοί για μια πόλη, και όπως πολλοί ισχυρίζονται παίζουν ρόλο στην κοινωνική συμβίωση στις πολυπολιτισμικές πόλεις (ΝΑΙ η Αθήνα είναι πολυπολιτισμική πόλη, όσο και αν κάποιοι θα ήθελαν να το ξεχάσουν!). Όμως με τις υιοθετούμενες προσεγγίσεις προωθείται η άποψη ότι η αρχιτεκτονική και ο αστικός (ανα)σχεδιασμός είναι ο βασικός (αν όχι ο μόνος) τρόπος επίλυσης πολλαπλών προβλημάτων γειτονιών – ακόμη και θεμάτων κοινωνικής πολιτικής.

Ή μήπως είναι ο φθηνότερος, γρηγορότερος και εικονοπλαστικότερος τρόπος για να φαίνεται ότι γίνεται κάτι ενώ βασικά ζητήματα αποφεύγονται;

Ή ότι η ανάγκη για συνολικότερες και διεπιστημονικές παρεμβάσεις μεγαλύτερης διάρκειας είναι κάτι που συμβαίνει αλλού;

Πρόβλημα: Κλειστές επιχειρήσεις, κενά ακίνητα – Απάντηση: «πάταξη» του «παραεμπορίου» & κίνητρα επενδύσεων και real estate

Η οικονομική ύφεση, και ειδικότερα η μείωση του τζίρου σε κλάδους του λιανικού εμπορίου δεν αποτελεί μετα-μνημονιακό φαινόμενο.

Τα παράπονα του εμπορικού κόσμου για την μείωση του κέρδους τους δεν είναι καινούργια, και εστιάζονται σε διαφορετικά θέματα ανά τις περιόδους και τις περιοχές.

Έτσι, από το 2002 στην Πλ. Θεάτρου εκφράζονται παράπονα για τους Κινέζους εμπόρους που «ρίχνουν τις τιμές» και «μας κάνουν να χάνουμε τις δουλειές μας» παράλληλα με φόβους για τη ζημιές – καταστροφές (!) που μπορεί να προκαλέσει η «κακή» τους ποιότητα.

Με το πέρας των αγώνων του 2004, αρχίζουν να εμφανίζονται εντονότερα τα σημάδια της οικονομικής ύφεσης και μαζί μ’ αυτά να εκφράζονται εντατικότερα τα προβλήματα του εμπορικού κόσμου. Βέβαια, αυτά τα προβλήματα δεν αναφέρουν ως αιτίες την οικονομική ύφεση (είναι ακόμη νωρίς) και φυσικά ούτε τις υψηλές τιμές ή τα υψηλά ενοίκια που απαιτούνται από πολλά μαγαζιά του κέντρου. Αντίθετα, αρχίζουν να στοχοποιούν τις συνθήκες του κέντρου της πόλης αλλά και συγκεκριμένες ομάδες δραστηριοποιούμενες σ’ αυτό, δηλαδή τους Κινέζους (ξανά) και τους μετανάστες (εν γένει) που πουλάνε πράγματα στο δρόμο.

Περαιτέρω τομή στη συζήτηση για το εμπόριο στο κέντρο της Αθήνας αποτέλεσε ο Δεκέμβρης του 2008, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε εκτενώς ως δικαιολογία για τη μείωση του τζίρου (αλλά και του τουρισμού) των καταστημάτων στο κέντρο της Αθήνας, ενώ παράλληλα οι πολιτικοί εκπρόσωποι καταδίκαζαν όλες τις αντιδράσεις αυτής της περιόδου επικαλούμενοι το δικαίωμα σ’ αυτό που ο Fyfe ονομάζει «καταναλωτική ιδιότητα του πολίτη».

Έτσι, φτάνουμε στο σήμερα όπου η «κατάσταση του κέντρου της Αθήνας, η ανασφάλεια και η εγκληματικότητα, η γκετοποίηση, και το παραεμπόριο» εκφράζονται ως βασικές αιτίες της εμπορικής αλλά και της τουριστικής κρίσης (βλ. κείμενα ξενοδόχων & εμπόρων) (7). Οι θεσμικές απαντήσεις επικεντρώνονται στην πάταξη του παραεμπορίου (ΔΡΑΣΗ, Καμίνης, 2011) και στη «ρύθμιση» των πορειών (Καμίνης, ΒΗΜΑ, 15/03/2011), ενώ παράλληλα συζητάνε για δήμευση των προϊόντων, την πιθανή αδειοδότηση μικρών σημείων πώλησης αλλά και για τη δημιουργία «πολυπολιτισμικών αγορών» στο στυλ της Camden (!).

Η άλλη οικονομική έκφανση της κρίσης του κέντρου σχετίζεται με το χρηματιστήριο γης και τις επενδύσεις σε κεντρικά ακίνητα. Η μη εκπλήρωση των προ-ολυμπιακών οραμάτων για άνοδο τιμών (και για εξευγενισμό» σε συγκεκριμένες περιοχές του κέντρου), συναρτάται τώρα αδιακρίτως τόσο με πολύ διαφορετικές περιοχές της πόλης (π.χ. Εμπορικό Τρίγωνο, πλ. Βάθης, Πατήσια, Πετράλωνα, Γκάζι, Κυψέλη κ.ά.) για πολλές από τις οποίες δεν υπήρχε ούτως ή άλλως καμία ιδιαίτερη εκπεφρασμένη επενδυτική προσδοκία μέχρι σήμερα, όσο και με τα αρκετά όψιμα επεισόδια στην κυρίαρχη αφήγηση περί «γκετοποίησης». Σιωπηλοί μάρτυρες τα κενά διαμερίσματα γραφείων και κατοικιών, ιδιωτικά και δημόσια που κατά το μεγαλύτερο μέρος τους έχουν εγκαταλειφθεί ήδη προ της ευφορικής περιόδου προσδοκιών υπεραξίας, λίγο πριν και λίγο μετά το 2004.

Με αυτή την έννοια, εκ παραλλήλου με τα αιτήματα καταστηματαρχών, εμπόρων και ξενοδόχων του κέντρου, εκφράζονται ολοένα και πιο ξεκάθαρα αιτήματα από επενδυτές γης για κίνητρα και μέτρα «απογκετοποίησης» που συσχετίζουν την αποτυχία των επενδυτικών τους έως τώρα σχεδίων με τα συζητούμενα φαινόμενα γκετοποίησης και την έξοδο των κατοίκων, ακόμα και αν αυτή έχει ολοκληρωθεί ουσιαστικά προ 20 και 30 ετών (π.χ. Μεταξουργείο) ή και πολύ παλαιότερα (π.χ. Γεράνι).

Τις εντονότατες ενδείξεις και φήμες για κερδοσκοπία που διατρέχουν την πρόσφατη ειδησεογραφία (άρθρα, ντοκυμαντέρ, έρευνες κλπ), υποστηρίζει εξάλλου η πολύ πραγματική πτώση των τιμών κεντρικών ακινήτων, συχνά κάτω της αντικειμενικής τους αξίας. Με διαφορετικές ταχύτητες και ποιοτικά διαφορετικές μεθοδεύσεις φαίνεται να εκτυλίσσεται ένας μετασχηματισμός στην αγορά γης που δεν σχετίζεται πια με τα συμφέροντα της παραδοσιακής ελληνικής μικροϊδιοκτησίας, αλλά με τα συμφέροντα μεγαλο-ιδιοκτητών, συμφέροντα που ποικίλουν ανάλογα με την περιοχή. Στη δημόσια συζήτηση αυτό καταγράφεται με τίτλους όπως «Τα  γκέτο του σήμερα, φιλέτα του αύριο» (Τα Νέα, 2009), «Παιχνίδια κερδοσκόπων στα γκέτο της Αθήνας» (Ελευθεροτυπία, 31/10/2010) και «Μπίζνες, κραυγές και ψίθυροι στον Αγ. Παντελεήμονα» (Κουτί της Πανδώρας, 08/11/2010), κ.ά (8).  Ο κυρίαρχος λόγος περί γκετοποίησης και κάθε άλλη σχετική βάσιμη ή αβάσιμη κινδυνολογία έρχεται να υπερκεράσει τα πραγματικά προβλήματα των πραγματικών κατοίκων (που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι πολλοί και υπαρκτοί), υποκαθιστώντας τα έτσι συχνά και στο δικό τους δημόσιο λόγο. Έτσι, παγιδευμένοι σε μια πραγματικότητα με προβλήματα, μπαίνουν ακούσια σε αλλότρια παιχνίδια κερδοσκοπίας όχι μόνο ως «όμηροι», αλλά και ως συνεργοί.

 Γκετοποίηση της πόλης ή «γκετολογία» στον κυρίαρχο λόγο;

Ένα ξεκαθάρισμα των όρων; Ένα ξεκαθάρισμα των διακυβευμάτων;

Ενώ το 2009 ο Δήμος της Νέας Υόρκης απαγόρευε συμβολικά την αρνητική χρήση του όρου ghetto (έστω και για τους δικούς του όχι τόσο ξεκάθαρους λόγους), η Αθήνα το εισήγαγε και το υιοθετούσε χωρίς να συλλογίζεται τις πιθανές συνέπειες… ‘Η μήπως όχι;

Το θέμα αυτής της ανάλυσης δεν είναι να εξετάσει τους επιστημονικούς ορισμούς και την ύπαρξη ή όχι ghetto. Αντίθετα, προσπαθεί να αναδείξει τις συνέπειες που η αποδοχή ενός τέτοιου όρου έχει και τι προσεγγίσεις αποκλείει από τον δημόσιο λόγο. Το πέρασμα από την υποβάθμιση στο «γκέτο» και στην «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης» στον κυρίαρχο δημόσιο λόγο για το κέντρο της Αθήνας, πέρα από πιθανούς μιμητισμούς δραματοποιημένων εκφράσεων από τα ΜΜΕ, εμπεριέχει συμβολισμούς (και συνειρμούς) και δημιουργεί νέα νοήματα και ερμηνείες καταστάσεων.

Γιατί όμως γκετοποίηση και γιατί τώρα; Και τί σημαίνει;

Γιατί όχι (πολλαπλή) υποβάθμιση, κοινωνικός αποκλεισμός, ή ακόμα – ακόμα, απλά, φτώχεια (που παραμένει διεθνώς όρος – ταμπού); Άλλωστε τα πολλαπλά ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει το «κέντρο της Αθήνας» δεν προκύπτουν από  παρθενογένεση ούτε είναι κάτι που δεν έχει συζητηθεί και σε άλλες πόλεις… Επιπλέον, ο «επιστημονικός» λόγος και η δημόσια πολιτική διεθνώς έχουν ασχοληθεί αρκετά με την ανάλυση αλλά και με τους όρους με τους οποίους περιγράφεται η χωρική συγκέντρωση «δύσκολων» καταστάσεων.

Γιατί λοιπόν γκέτο;

Σίγουρα οι γειτονιές του κέντρου της Αθήνας απέχουν πολύ από το Εβραϊκό ghetto της Βενετίας ή από το ghetto της Βαρσοβίας. Οπότε, ο πιο άμεσος νοητικός συσχετισμός των Αθηναϊκών γκέτο είναι με τα ghetto των ΗΠΑ… Με τα «μαύρα ghetto» του Σικάγο, Ντιτρόιτ, Ουάσινγκτον ή ακόμη και του Χολιγουντιανού Λος Άντζελες. Και αυτός ο νοητικός συσχετισμός παραπέμπει σε εικόνες (ή κατασκευές) καθημερινότητας γειτονιών που χαρακτηρίζονται από «ακραία φτώχεια» και εγκατάλειψη, που συνοδεύονται από διαλυμένες οικογένειες, ανεργία, συμμορίες, εγκληματικότητα και καθημερινό φόβο («εκεί που ακόμη και η αστυνομία δύσκολα πηγαίνει»). Και φυσικά, αυτός ο νοητικός συσχετισμός εμπεριέχει «ηθικούς πανικούς» σχετικά με τους ανθρώπους του ghetto, στους οποίους προβάλλονται οι φόβοι, τα προβλήματα (και ενίοτε και οι «εξωτικές» επιθυμίες) της υπόλοιπης κοινωνίας – συνδέοντάς τους με ανηθικότητα, παραβατικότητα και μια εσωτερική – φερόμενη ως ενδημική – παθογένεια. Φέρεται ως  ο «πολιτισμός της φτώχειας» που τους διακρίνει να αναπαράγει τα προβληματικά τους κοινωνικά μοντέλα και να ευθύνονται τελικά οι ίδιοι για την κατάσταση στην οποία αυτοί και οι γειτονιές τους βρίσκονται.

Φυσικά, ούτε λόγος για τον (μη) ρόλο του κράτους ή για το ρόλο του χρηματιστηρίου γης και τις πρακτικές redlining που «υποβοήθησαν» τη χωρική συγκέντρωση συγκεκριμένων ομάδων….

Η κατασκευή της εικόνας του ghetto εμπεριέχει τον στιγματισμό ομάδων και περιοχών αλλά και προβολές της ετερότητας ή/και των προβλημάτων και φόβων της κοινωνίας, μεταθέτοντας έτσι τις αιτίες των προβλημάτων σε συγκεκριμένες ομάδες και όχι σε πολιτικές αποφάσεις ή δομικά προβλήματα. Στο δια ταύτα, η «κρισιμότητα» της ύπαρξής του (και των ευαίσθητων ή κρίσιμων γειτονιών) διευκολύνει τις οποιεσδήποτε παρεμβάσεις ή εκκαθαρίσεις…

Η συζήτηση για τα ghetto των ΗΠΑ είναι μεγάλη και αντανακλά προσεγγίσεις και πολιτικές της εκάστοτε ιστορικής στιγμής (μέχρι και σήμερα). Η πιο σύγχρονη συζήτηση για τα ghetto των ΗΠΑ ή για τα υποτιθέμενα ghetto της Βρετανίας, τα banlieues της Γαλλίας, των «κρίσιμων» ή «ευαίσθητων» περιοχών ανά την Ευρώπη, περιλαμβάνει επίσης διαφορετικές προσεγγίσεις αλλά και σημαντικές κριτικές σχετικά με το πώς χαρακτηρίζονται περιοχές και ομάδες, αλλά και το τι μπορεί να σημαίνει αυτό χωρικά, πολιτικά και νοητικά.

Οι επιστημονικοί προσδιορισμοί των ghetto των ΗΠΑ (που έχουν δεχθεί και τη δική τους κριτική) τα συσχετίζουν με μεγάλες συγκεντρώσεις Αφρο-Αμερικανών κατοίκων – ενώ αντίθετα οι εξίσου μεγάλες συγκεντρώσεις άλλων φυλετικών ή εθνοτικών ομάδων ονομάζονται θύλακες…  Αντίθετα, η συζήτηση για την ύπαρξη ή όχι ghetto στην Ευρώπη και η κριτική από τα Ευρωπαϊκά παραδείγματα «ευαίσθητων συνοικιών» αναδεικνύει την κοινωνική / εθνοτική μίξη των περιοχών που «κινδυνεύουν» να χαρακτηριστούν ως ghetto, την εξάρτησή τους από κρατικούς θεσμούς αλλά και τη σημασία της υποχώρησης του κράτους στο επίπεδο της κοινωνικής υποστήριξης ή της επίλυσης δομικών προβλημάτων (Waquant). Ακόμη και οι αμερικάνικες αναλύσεις για τα ghetto αναδεικνύουν την εσωτερική τους πολυπλοκότητα και οργάνωση, αντίθετα με την περιθωριακή ομοιογένεια που συνήθως προβάλλεται – όπως επίσης και τη διαφοροποίηση ανάμεσα σε γειτονιές – θύλακες (εθνοτικά, φυλετικά, θρησκευτικά ή οικονομικά προσδιορισμένες) που υπάρχουν σε όλες τις πόλεις, και σε γειτονιές ghetto.

Από μια άλλη οπτική, και στο πλαίσιο της ευρύτερης συζήτησης περί ghetto, επισημαίνεται ότι αυτή καθαυτή η κατασκευή του, πέρα από το στιγματισμό και την εσωτερική παθογένεια που αποδίδει  στους κατοίκους του, έχει πιθανές (;) πολιτικές, χωρικές αλλά και οικονομικές επιπτώσεις. Οι συνεχείς αναφορές του κυρίαρχου λόγου σε περιοχές «γκέτο», συνειρμικά αλλά και ουσιαστικά παράγουν και καλλιεργούν ακόμη περισσότερο την ανασφάλεια και τον φόβο (είτε προϋπήρχε είτε όχι) τόσο στους κατοίκους όσο και στους πιθανούς επισκέπτες. Παράλληλα, η «γκετολογία» εντείνει την αποφυγή της περιοχής για τους μη κατοίκους άρα και την σχετική της απομόνωση ή εσωστρέφεια, (ίσως και την τάση εξόδου από την περιοχή όσων μπορούν) ενώ τείνει επίσης να την εγκαταλείπει, μαζί με αρκετούς από τους κατοίκους της, έρμαιο στα πιο ακραία στοιχεία, ενισχύοντας τις εσωτερικές αλλά και γενικότερες πολώσεις.

Συμβολικά (αλλά και πολιτικά), θέτει τα όρια ανάμεσα στην «κανονικότητα» της πόλης (και των κατοίκων της) και στο Άλλο το οποίο απειλεί αυτήν την κανονικότητα. Το Άλλο προσδιορίζεται κατ’ εξοχήν από τις αρνητικές του όψεις, έτσι ώστε γίνεται το ίδιο ο φορέας των προβλημάτων και των λαθών (αντί για τον ημεδαπό, τον εκμεταλλευτή, τον φασίστα κ.ο.κ). Και ο λόγος και η αντίδραση της υπόλοιπης κοινωνίας έναντι του ghetto ή των ευαίσθητών συνοικιών (και των κατοίκων τους) γίνεται μια κάποια κανονικότητα. Αλλως, «προκειμένου να παράξει κανείς μια κανονικότητα, είναι απολύτως αναγκαίο να αναστείλει την εφαρμογή της, να παράξει μια εξαίρεση» (Agamben, 2005).

Έτσι, ο μέχρι τώρα ρόλος (ή ο μη ρόλος) του κράτους ή του δήμου μπαίνει στο περιθώριο, δεν εξετάζεται, και επανα-ανακαλύπτεται ως αναγκαιότητα για την «κανονικοποίηση» του ghetto ή των «ευαίσθητων συνοικιών». Δεν εξετάζεται δηλαδή η ως τώρα λειτουργία των κοινωνικών υποδομών, φορέων και νομοθετικών διατάξεων, αλλά ούτε και των αποφάσεων ή οικονομικών πολιτικών που οδηγούν πιθανά σε μεγαλύτερες πολώσεις ή αποκλεισμούς. Αντίθετα, σε τέτοιες καταστάσεις κρίσης, ο ρόλος και ο λόγος του κράτους (ή του δήμου) υιοθετεί «έκτακτα, αλλά αναγκαία» μέτρα. Μέτρα που συνηθέστερα συνδέονται με ποινικοποίηση (ατόμων ή ομάδων), εκτοπισμό (ή εξευγενισμό) και σκληρότερες πολιτικές ελέγχου (πχ για τη μετανάστευση). Μέτρα που επίσης συνδέονται και με δραστικές παρεμβάσεις εκκαθάρισης και εν συνεχεία μεγάλων επενδύσεων (ο γνωστός – άγνωστος ρόλος του real estate). Και φυσικά ούτε λόγος (ή ελάχιστος) για κοινωνικές υποδομές ή πολιτικές…

Αντί επιλόγου …

Με αυτή την έννοια, η εστίαση του κυρίαρχου δημόσιου λόγου στη «γκετοποίηση» του κέντρου της Αθήνας έχει ως συνέπεια τη δυνατότητα αποφυγής μιας ουσιαστικής συζήτησης για τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό  – συζήτησης ιδιαίτερα κρίσιμης σε συνθήκες οικονομικής κρίσης (και όχι μόνο) – κι αυτό στο πλαίσιο αύξησης τόσο της φτώχειας όσο και του πλούτου, με επακόλουθο τη διεύρυνση του χάσματος των ανισοτήτων. Βέβαια, μια ουσιαστική συζήτηση για τη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό και τις επιπτώσεις τους, συνδέεται αναγκαία με κοινωνικές ή / και ανταποδοτικές και υποστηρικτικές πολιτικές (βραχυπρόθεσμες, αλλά και μακροπρόθεσμες), καθώς και με τρόπους αντιμετώπισης δομικών προβλημάτων. Τέτοιες πολιτικές όμως έχουν μικρότερη εικονοπλαστική δυναμική, είναι λιγότερο «πωλήσιμες» και φέρουν την ευθύνη λήψης αποφάσεων (και συνεπώς και τυχόν λαθεμένων επιλογών). Αντίθετα, η «γκετοποίηση» ή η περιθωριοποίηση και οι προσεγγίσεις που – στην περίπτωση της Αθήνας – τη συνοδεύουν, μεταφέρουν τις αιτίες των προβλημάτων στους κατοίκους – και μάλιστα στους Άλλους κατοίκους – και δίνουν δυνατότητες άμεσων παρεμβάσεων εικόνας, επενδύσεων ή εκκαθαρίσεων.

Υπό ένα ανάλογο κριτικό πλαίσιο, η ανάλυση του λόγου για το κέντρο της Αθήνας, για την κατασκευή της εικόνας του κέντρου και των συνεπακόλουθων προτάσεων, μπορεί να φανερώσει ενδιαφέρουσες πτυχές του όλου θέματος, αλλά και συνέπειες. Άλλωστε, ήδη από το 2010, η σχέση των «γκέτο του σήμερα με τα φιλέτα του αύριο» (Τα Νέα) έχει εμφανιστεί στα ΜΜΕ τόσο για το πρώην Εμπορικό Τρίγωνο της Αθήνας (πλ. Θεάτρου) και νυν Γεράνι όσο και για το Μεταξουργείο και τον Αγ. Παντελεήμονα…

(1) http://istorikoghetto.wordpress.com/

‘Έκρυβαν μαϊμούδες στο ιστορικό «γκέτο», Ελευθεροτυπία, 04/01/2011

Πρόσκληση σε υποψήφιους δημάρχους από το «ιστορικό γκέτο», ΚΜ Πρότυπη γειτονιά, 16/10/2010

«Γκέτο το ιστορικό κέντρο της Αθήνας», Καρτάλης στο ΣΚΑΙ 22/07/2010

(2) Ο Δεκέμβρης του 2008 νομιμοποίησε περισσότερο ακόμη την «επανάκτηση» της πλατείας από τους «αγανακτισμένους πολίτες» και το λόγο τους προς υπεράσπιση του «Έλληνα πολίτη» από τους «κουκουλοφόρους» και τους «λαθρομετανάστες».

(3) «Μας σπρώχνουν σε εμφύλιο», 24/10/2010, http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=362720

«Το γκέτο του κέντρου διώχνει θέατρα και γκαλερί», 01/10/2010, Ελευθεροτυπία

(4) Ημερίδα «Αθήνα σε κρίση», Μουσείο Μπενάκη

(5) Κάποιες από τις αναφορές στην «άρχουσα γκετοποίηση», τόσο στα ΜΜΕ όσο και στις εκθέσεις, χρησιμοποιούν μια αναφορά από το Urban Audit (11/2008) του οποίου ορισμένα αρχικά συμπεράσματα θεωρούν ότι η Αθήνα, το Αμβούργο και η Μπρατισλάβα διατρέχουν τον κίνδυνο δημιουργίας γκέτο. Όμως αυτή η γνώμη βασίζεται στην παρατήρηση ότι σε αυτές τις πόλεις υπάρχει αυξημένη συγκέντρωση ανεργίας σε συγκεκριμένες γειτονιές και σε τίποτα άλλο. Φυσικά η εκτίμηση αυτή έχει «χρησιμοποιηθεί» στα καθ’ ημάς πολύ διαφορετικά και σε χαρακτηριστικά μεταγενέστερη χρονική συγκυρία…

(6) http://www.mdmgreece.gr/Δελτία-Τύπου/Αθήνα-μια-πόλη-σε-Ανθρωπιστική-Κρίση

(7) ΙΤΕΠ: Η υποβάθμιση του κέντρου της Αθήνας πλήττει ευθέως καταστήματα και ξενοδοχεία

http://www.express.gr/news/ellada/428332oz_20110303428332.php3

Αθήνα: Γκετοποίηση του Ιστορικού Κέντρου

http://www.touristiki-agora.gr/article.asp?ID=2228

Τεράστιες οι συνέπειες της «γκετοποίησης» του Κέντρου

http://www.greekhotelsnet.gr/ξενοδοχεια/927-Τεράστιες-οι-συνέπειες-της-«γκετοποίησης»-του-Κέντρου

(8) «Τα  γκέτο του σήμερα, φιλέτα του αύριο», Τα Νέα, 27/06/2009

«Παιχνίδια κερδοσκόπων στα γκέτο της Αθήνας», Ελευθεροτυπία, 31/10/2010

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=218778

«Μπιζνες, κραυγές και ψίθυροι στον Αγ. Παντελεήμονα», 08/11/2010 Κουτί της Πανδώρας

http://www.koutipandoras.gr/?p=1554



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s