Το κέντρο της Αθήνας σε «κρίση»: συμβολή στην ανάπτυξη ενός κριτικού λόγου

Το ότι το κέντρο της Αθήνας βρίσκεται σε «κρίση» αποτελεί το τελευταίο διάστημα μια από τις «αδιαμφισβήτητες αλήθειες» για όσους ζουν, εργάζονται, κινούνται σε αυτό, για όσους ασχολούνται με αυτό λόγω της θέσης τους ή της επιστημονικής τους ιδιότητας, ή για όσους απλά τυχαίνει να παρακολουθούν την επικαιρότητα. Η άποψη ότι η κρίση αυτή είναι ταυτόχρονα κοινωνική, οικονομική και περιβαλλοντική, επίσης φαίνεται να απολαμβάνει ευρύτατης συναίνεσης. Μολονότι η καθολική αποδοχή της «κρίσης του κέντρου» αναδεικνύει ανάγλυφα την οξύτητα των ζητημάτων, αποτελεί ταυτόχρονα και μια τεράστια γενίκευση. Κάπου εκεί αρχίζουν οι διαφορετικές πραγματικότητες του κέντρου της πόλης και των ανθρώπων του. Οι πολλές και διαφορετικές «κρίσεις» και οι περίπλοκες συσχετίσεις τους:

Η κρίση ως πρακτικές καθημερινής επιβίωσης και αγώνας για την κάλυψη βασικών αναγκών.

Ως φόβος, ανασφάλεια και άσκηση βίας απέναντι στον ξένο.

Ως έλλειψη προοπτικής

Ως προοπτική για business και κινητοποίηση της αγοράς.

Ως κατάσταση που διαμορφώνει κρατικές πολιτικές παρέμβασης.

Ως αφορμή για πολεοδομικό προβληματισμό, για τη διοργάνωση αρχιτεκτονικών διαγωνισμών και ημερίδων.

Ταυτόχρονα και σε αντιστοιχία με τα παραπάνω παράγονται και ετερόκλητοι λόγοι που επιχειρούν να περιγράψουν την κατάσταση στο κέντρο της πόλης και να προτείνουν κατευθύνσεις για την αντιμετώπισή της. Ανάμεσα στα εργαλεία που προτείνονται προνομιακή θέση έχουν οι προτάσεις για την «αρχιτεκτονική αναβάθμιση του κέντρου» που προβάλλονται ως μοχλός για την ανάδειξη της «βιτρίνας της πόλης», την «επανάκτηση του κέντρου» με την επιστροφή των «παλιών κατοίκων του» και κυρίως με την «προσέλκυση νέων δυναμικών ομάδων».

Σε ποια, και κυρίως σε ποιών, την πραγματικότητα ανταποκρίνονται οι θέσεις αυτές; Σε τι είδους αναλύσεις βασίζονται, ποιο επιστημονικό υπόβαθρο επικαλούνται και τελικά ποιες οι κοινωνικές και πολιτικές τους συνδηλώσεις; Είναι ερωτήματα άκρως ενδιαφέροντα, με όχι πάντα εύκολες απαντήσεις, τα οποία, ιδιαίτερα στα πλαίσια της σημερινής συγκυρίας, μπορούν να αποτελέσουν τον πυρήνα μίας κριτικής προσέγγισης των ζητημάτων της πόλης.

1. Η σημερινή κατάσταση: το κέντρο σε συνθήκες ανθρωπιστικής κρίσης

Οι συνθήκες στο κέντρο της Αθήνας τείνουν να αποκτήσουν χαρακτηριστικά ανθρωπιστικής κρίσης. Η κρίση αυτή, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη τα τελευταία χρόνια, αφορά σε πρωτόγνωρα φαινόμενα για την Αθήνα και, για κάποιες ομάδες, παραπέμπει στις άθλιες συνθήκες των ευρωπαϊκών πόλεων του 19ου αιώνα ή των πόλεων του αναπτυσσόμενου κόσμου. Θύματά της είναι πρώτα από όλα ένα μεγάλο εύρος ευάλωτων κοινωνικών ομάδων που κινούνται στην περιοχή του κέντρου (άνεργοι, άστεγοι, τοξικομανείς, φτωχοί, γυναίκες, παιδιά), οι οποίες δυσκολεύονται ή αδυνατούν να καλύψουν τις βασικές ανάγκες για τροφή, υγεία, αξιοπρεπή στέγη.

Εκτός από τις ομάδες αυτές, η τρέχουσα οικονομική συγκυρία και οι περικοπές σε εισοδήματα και κοινωνικές παροχές συμπιέζουν τα πλατιά μεσαία στρώματα που λίγα χρόνια πριν βίωναν μέρες –πλασματικής- ευημερίας και αφθονίας. Ευρύτατα κομμάτια πληθυσμού ζουν πλέον σε συνθήκες μιας «νέας φτώχειας» και έλλειψης προοπτικής και παρόλο που αυτό δεν αφορά μόνο στο κέντρο – ούτε μόνο στην Αθήνα – είναι ένας παράγοντας που το επηρεάζει άμεσα. Η υποβάθμιση της ζωής του πληθυσμού που ζει και εργάζεται στο κέντρο, επιτείνεται από τη διάλυση των κρατικών μηχανισμών και την κατάρρευση των κοινωνικών υποδομών.

Οι συνθήκες αυτές «επικάθονται» σε ένα αστικό περιβάλλον, τμήματα του οποίου βρίσκονται σε διαδικασία χρόνιας εγκατάλειψης και υποβάθμισης, αναδεικνύοντας το κέντρο σε ένα πεδίο αυξανόμενων κοινωνικών και χωρικών πολώσεων και ανισοτήτων, όπου μεθοδευμένα εκδηλώνονται φαινόμενα κερδοσκοπίας κάθε είδους.  Αν και η «κρίση» του κέντρου της Αθήνας συζητιέται από τη δεκαετία του ’80 περιγράφοντας την υποβάθμιση του αστικού περιβάλλοντος, τη φυγή των μεσαίων στρωμάτων  προς τα προάστια και τελικά την πληθυσμιακή και οικονομική αποδυνάμωση του κέντρου, τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται επιπλέον νέου τύπου επενδυτικές δυναμικές, που δημιουργούν νησίδες νέων χρήσεων, μετασχηματίζουν το χαρακτήρα ολόκληρων περιοχών και μετατοπίζουν γεωγραφικά τα όρια των «αναβαθμισμένων» και «υποβαθμισμένων» περιοχών.

2. Κυρίαρχος λόγος και προωθούμενες παρεμβάσεις

 Τα ζητήματα του κέντρου της Αθήνας αποτελούν αντικείμενο έντονων συζητήσεων στις οποίες συμμετέχουν πολλά και διαφορετικά κοινωνικά υποκείμενα.

Ο δημόσιος λόγος για το κέντρο της Αθήνας όπως εκφέρεται από τα ΜΜΕ, κρατικούς φορείς, ομάδες συμφερόντων, ομάδες κατοίκων και ειδικούς επιστήμονες, χρησιμοποιεί αδιάκριτα όρους και έννοιες που συχνά, αντί να περιγράφουν τις πραγματικές συνθήκες, κατασκευάζουν μία εικόνα τρόμου για την πόλη. Σε έντυπα, τηλεοράσεις, προγράμματα αστικών παρεμβάσεων και δημόσιες συζητήσεις γίνονται τοποθετήσεις σχετικά με την «γκετοποίηση» του κέντρου, την «υποβάθμιση» του αστικού περιβάλλοντος, την «εγκληματικότητα», την «ανασφάλεια», τις «ανεπιθύμητες ομάδες και λειτουργίες», την «παραοικονομία» και την κρίση στο εμπόριο, τις διαδηλώσεις και τις διαμαρτυρίες, την απουσία καθαριότητας, τις άθλιες συνθήκες υγιεινής, την ανάγκη νέων επενδύσεων, τα φαινόμενα ρατσισμού κτλ. Οι τοποθετήσεις αυτές άλλοτε προσεγγίζουν πραγματικές όψεις μίας οδυνηρής καθημερινότητας και άλλοτε δημιουργούν παραπλανητικές εικόνες για ένα κέντρο σε εκτεταμένη παρακμή σπεκουλάροντας πάνω στην πόλη. Παράλληλα, παράγεται ένας λόγος από την πλευρά των επίσημων φορέων που υιοθετεί στοιχεία από το λόγο των ΜΜΕ (και όχι μόνο). Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι ο λόγος αυτός ενσωματώνεται σε επίσημες εκθέσεις (εκθέσεις της Επιτροπής Περιβάλλοντος της Βουλής, του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη και του Συνηγόρου του Πολίτη) και σε πολιτικές παρέμβασης (Αθήνα 2014, ΔΡΑΣΗ για την Αθήνα).

Οι λόγοι που εκφέρονται από τις διαφορετικές πλευρές δεν έχουν βέβαια την ίδια συμβολή στη διαμόρφωση της δημόσιας συζήτησης, ούτε –πολύ περισσότερο – στη διαμόρφωση πολιτικών και δράσεων παρέμβασης. Επίσης, οι λόγοι αυτοί μοιάζουν να αγνοούν τις οξύτατες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που διαμορφώνονται, εν μέσω οικονομικής κρίσης, για τη συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας, και κατ’ επέκταση τις καθημερινές ανάγκες διαφορετικών κοινωνικών ομάδων. Ακόμα πιο ανησυχητικός είναι ο τρόπος που μεταφράζονται σε συγκεκριμένες πολιτικές και προγράμματα παρέμβασης, ελέγχου και διαχείρισης του αστικού χώρου, τόσο από τον δημόσιο, όσο και από τον ιδιωτικό τομέα.

Συγκεκριμένα, προγράμματα αναπλάσεων με μία αισθητική προσέγγιση του δημόσιου χώρου, αλλά και μέτρα ενίσχυσης των μηχανισμών επιτήρησης προωθούνται από τις αρχές. Την ίδια στιγμή μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις σε ακίνητα γίνονται σε περιοχές του κέντρου με βραχυπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο ορίζοντα, μεταλλάσσοντας τα χαρακτηριστικά της ιδιοκτησίας στο κέντρο και επηρεάζοντας τις αξίες της γης σε βάρος των μικρομεσαίων στρωμάτων. Σε αυτό το πλαίσιο, ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός προβάλλει ως ο μηχανισμός εκείνος μέσα από τον οποίο θα αντιμετωπιστούν τα ακραία κοινωνικά φαινόμενα που προκύπτουν από τις αναδιαρθρώσεις στην παραγωγή και την εργασία καθώς και από τη διάλυση των κρατικών θεσμών. Είναι μάλιστα σαφές ότι οι παρεμβάσεις δημόσιων φορέων και επενδυτών συναντιούνται σε μία κατεύθυνση νεοφιλελεύθερης ανάπτυξης του αστικού χώρου, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα αδιέξοδα στα οποία έχει αποδειχθεί από τη διεθνή εμπειρία ότι αυτή οδηγεί.

Απέναντι σε αυτή την αδυναμία αλλαγής «παραδείγματος» νιώθουμε την ανάγκη, όχι μόνο να κατανοήσουμε την «κρίση» και να συμβάλλουμε, μέσα από την οπτική του χώρου, στην ανάπτυξη ενός κριτικού λόγου για το κέντρο της Αθήνας, αλλά και να θέσουμε με άλλους όρους τα κρίσιμα κοινωνικά προβλήματα, ώστε να οδηγηθούμε σε ένα πλαίσιο διεκδικήσεων και προτάσεων.

3.  Κρίσιμα ζητήματα: Λόγος και διεκδικήσεις για μία δίκαιη πόλη

Σε συνθήκες κλιμακούμενης κρίσης που αγγίζει το σύνολο των μικρομεσαίων στρωμάτων, θεωρούμε ότι απαιτείται η διαμόρφωση ενός κριτικού λόγου για το κέντρο της Αθήνας. Σε αυτό το πλαίσιο κρίνεται επιτακτική η ανάγκη να τεθούν προς συζήτηση οι στόχοι, τα μέσα και οι πρακτικές παρέμβασης στο κέντρο της Αθήνας και να ενταχθούν στον προβληματισμό παράμετροι που μέχρι σήμερα είτε έχουν υποβαθμιστεί, είτε αγνοούνται. Με βασικό στόχο μία δίκαιη πόλη και την εξασφάλιση αξιοπρεπών συνθηκών ζωής για όλους, απαιτείται η διατύπωση επίκαιρων αιτημάτων, η ανάπτυξη συλλογικής δράσης και η διεκδίκηση της κρατικής παρέμβασης σε ένα μεγάλο εύρος τομέων που επηρεάζουν τη ζωή στην πόλη.

Ανάμεσα σε άλλα θεωρούμε ότι η τρέχουσα συζήτηση για το κέντρο της Αθήνας πρέπει να αναδείξει σαν αιχμές την αναβάθμιση και ενίσχυση των κοινωνικών υποδομών και των κοινωνικών παροχών, καθώς και την ανάπτυξη πολιτικής για τη στέγη, π.χ. με διαχείριση του στεγαστικού αποθέματος που μένει εκτός αγοράς, έλεγχο των ενοικίων, εξασφάλιση προσιτής κατοικίας για συγκεκριμένες ομάδες, επαναπροσδιορισμό των ομάδων που μπορούν να ενταχθούν σε στεγαστικά προγράμματα, κτλ. Ταυτόχρονα απαιτείται η ανάπτυξη πολιτικής για ευάλωτες κοινωνικές ομάδες (τοξικοεξαρτημένοι, άστεγοι, μετανάστες, παιδιά), αλλά και η επανεξέταση της μεταναστευτικής πολιτικής της Ελλάδας και της εφαρμογής του ευρωπαϊκού κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ που επηρεάζει τη ζωή χιλιάδων μεταναστών που ζουν στην Αθήνα. Τέλος, είναι αναγκαίο να ιεραρχηθούν οι παρεμβάσεις στο δημόσιο χώρο, με αξιολόγηση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν και των κοινωνικών υποκειμένων που αφορούν, και ταυτόχρονα να διερευνηθούν οι δυνατότητες συμμετοχής στην ανάπτυξη και τη διαχείριση του αστικού χώρου.



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s